15.4 C
Livinë
20 Απριλίου, 2024
Image default
Νέα από τον τόπο μας

Βορειοηπειρώτες πολιτικοί φυγάδες στην Ελλάδα

Βορειοηπειρώτες πολιτικοί φυγάδες στην Ελλάδα

Σταύρος Γ. ΝΤΑΓΙΟΣ

Διδάκτωρ Ιστορίας

media.literatus.gr

Η στατιστική καταγραφή των Βορειοηπειρωτών πολιτικών φυγάδων στην Ελλάδα (1945-1990) καταδεικνύει ανεξήγητη ανακολουθία και αγεφύρωτη απόκλιση. Διάφορες πηγές (βορειοηπειρωτικά σωματεία) υπερτιμούν τα αριθμητικά μεγέθη, ενώ, απεναντίας, άλλες (αλβανικές) τα υποτιμούν, πολλές φορές με «έρευνες» σύννομες με την έκφρονη κομουνιστική προπαγάνδα. Τα αριθμητικά τους στοιχεία είναι αληθοφανή αλλά, κατά βάση, αναληθή και παραπειστικά. Στο μελέτημά μας «Κυνηγώντας χίμαιρες: Αλβανοί φυγάδες στην Ελλάδα 1945-1990» αγγίξαμε ακροθιγώς τους Βορειοηπειρώτες φυγάδες (δεν ήταν αποκλειστικό αντικείμενο της ακαδημαϊκής προσοχής) και παραθέσαμε ελάχιστα στοιχεία (κυρίως των επίσημων αλβανικών πηγών) και των βορειοηπειρωτικών πατριωτικών συλλόγων, αλλά χωρίς πρόσθετες τεκμηριωτικές λεπτομέρειες και υλικό. Η στατιστική αναντιστοιχία και η αντινομία δεδομένων οφείλεται, κυρίως, στη διαφορετική αντίληψη του όρου «Βόρειος Ήπειρος» και των παράγωγών του ή/και σε διάφορες πολιτικές ιδιοτέλειες και σκοπιμότητες, ήγουν στους γνωστούς «στατιστικούς εντυπωσιασμούς», όπως συμβαίνει συχνά στην ιστορική επιστήμη. Σύμφωνα με την αντίληψη των βορειοηπειρωτικών σωματείων στους Βορειοηπειρώτες συγκαταλέγονταν όλοι οι χριστιανοί ορθόδοξοι που ζούσαν στις παραδοσιακές περιοχές με ελληνορθόδοξο στοιχείο (ελληνόφωνο ή μη) ο αριθμός των οποίων, βάσει των καταστατικών του Πατριαρχείου της Κωνσταντινουπόλεως, ανερχόταν σε περί των 400.000 ψυχών, οι οποίοι εκδήλωναν ακραιφνή εθνική (ελληνική) συγκρότηση και συνειδησιακή ελληνική ανάπτυξη. Απεναντίας, η αλβανική παραδοσιακή βιβλιογραφία (επιστημονική και πολιτική) θεωρούσε διαχρονικά τον όρο «Βόρειος Ήπειρος» έννοια αλυτρωτική και δεχόταν ότι ο αριθμός των «ελλήνων μειονοτικών» ανερχόταν σε περί των 35.000 (επίσημη δήλωση ενώπιων των διεθνών οργανισμών του 1946), οι οποίοι ζούσαν στις αναγνωρισμένες διεθνώς μειονοτικές περιοχές των 99-101 ελληνόφωνων χωριών του Αργυρόκαστρου και των Αγίων Σαράντα, εξαιρώντας περιοχές όπως τη Χιμάρα, χωριά της Πρεμετής και πληθυσμιακές ομάδες των περιοχών του Λεσκοβικίου, Κολιώνιας και Κορυτσάς, οι οποίοι δήλωναν ενώπιον των ελληνικών αρχών ως Βορειοηπειρώτες. Περαιτέρω, στην Ελλάδα η αριστερή αντίληψη δεν αναγνώρισε τον όρο «Βόρειος Ήπειρος», μάλιστα οι ακραίες εκφάνσεις της ούτε τον όρο «Έλληνας μειονοτικός», χαρακτηρίζοντας όλους αυτούς συλλήβδην «Αλβανούς πολίτες», οι οποίοι δεν έπρεπε να συγκαταλέγονται σε κάποιο ειδικό (ενδεχομένως προνομιούχο) σύνολο. Τέλος, το επίσημο ελληνικό κράτος μάλλον υιοθετούσε τα αριθμητά μεγέθη που παρείχαν οι γιουγκοσλαβικές πηγές, τα οποία επικαλείτο η εφημερίδα «Τα Νέα» (1961)· σύμφωνα με τα στοιχεία αυτά ο αριθμός των «Ελλήνων» (χρησιμοποιούμενος όρος) στην Αλβανία ανερχόταν σε 200.313 ψυχές (!), αριθμός εμφανώς αυθαίρετος και, οπωσδήποτε, αναπόδεικτος.

Θα επιχειρήσουμε να καταδείξουμε αδρομερώς, με όση επιστημονική ακρίβεια μπορούμε, το μέγεθος της πολιτικής προσφυγιάς του βορειοηπειρωτικού ελληνισμού κατά τη διάρκεια της κομμουνιστικής εμβολής στα πλαίσια ενός εμβριθέστερου μελλοντικού μελετήματός μας, το οποίο θα φωτίσει όλες τις πλευρές του πολυσχιδούς αντικειμένου. Η μαζική φυγή των Βορειοηπειρωτών φυγάδων –όπως συνολικά όλων των Αλβανών– άρχισε περί τα τέλη του 1943, μετά την ακύρωση της Συμφωνίας της Κονίσπολης του Αυγούστου του 1943 (στην ουσία ήταν μια κοινή «Δήλωσις»), συνομολογούμενης μεταξύ των δύο ΕΑΜ, αλβανικού και ελληνικού και της διάλυσης των άτακτων ανταρτικών ομάδων του οπλαρχηγού Χρήστου Πύλιου και του Γεωργίου Ζώτου από τα αλβανικά τακτικά τμήματα των παρτιζάνων και της αέναης ανηλεούς δίωξης της εθνικόφρονας πτέρυγας των Βορειοηπειρωτών διανοούμενων ευρείας κοινωνικής αποδοχής, και συνέχισε με αμείωτο ρυθμό έως το καλοκαίρι του 1946. Στη συνέχεια οι προσφυγικές ροές καταγράφονται μειωμένες, αλλά συνεχείς. Η μεγαλύτερη κοινοτική ομάδα Βορειοηπειρωτών διαφευγόντων υπήρξε αυτή των ελληνοδιδασκάλων (περίπου 120 φυγάδες), ενώ βραδύτερα διογκώθηκε ο αριθμός των Βορειοηπειρωτών γυναικών, συζύγων προπολεμικών οικονομικών μεταναστών, οι οποίες, κατά βάση, επιζητούσαν –για τα σημερινά δεδομένα– το πιο απλό διοικητικό προνόμιο: την οικογενειακή επανένωση. Κι όμως όλοι αυτοί κατηγορήθηκαν για έσχατη προδοσία, για διενεργούμενη κατασκοπεία ή προδοσία κατά της πατρίδας και για αντικαθεστωτική προπαγάνδα, κατά την έννοια των άρθρων 64, 65, 69 και 73 του Νόμου 1470/23-5-1952, τροποποιημένο με το Νόμο 2804/04-12-1958 του Αλβανικού Ποινικού Κώδικα, ενώ υπήρχαν περιπτώσεις άγριων και μυστηριωδών δολοφονιών γυναικών στη μεθόριο με υπόνοιες για κακοποιήσεις και ωμότητες εις βάρος τους και των ανήλικων τέκνων τους από Αλβανούς συνοριοφύλακες, καταδρομείς, κατασκόπους ή από τους ίδιους τους άνδρες της αλβανικής ασφάλειας.

Διαβάστε ακόμη

πηγη

Σχετικές αναρτήσεις