Ύστερα από τρία χρόνια σιωπής, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο εξέδωσε νέα έκθεση προόδου για τη Βόρεια Μακεδονία, αποφεύγοντας ωστόσο να αναφερθεί άμεσα στη «μακεδονική» γλώσσα και ταυτότητα – επιλογή που προκάλεσε δυσαρέσκεια και στις δύο πλευρές των συνόρων, τόσο στη Βόρεια Μακεδονία όσο και στη Βουλγαρία.
Το έγγραφο, το οποίο εγκρίθηκε με 461 θετικές ψήφους έναντι 121 αρνητικών και 107 αποχών, φέρει την υπογραφή του ευρωβουλευτή Thomas Waitz (ομάδα Πρασίνων/ΕFA), ο οποίος κατήγγειλε παρεμβάσεις και πιέσεις από Βούλγαρους συναδέλφους του. Παρότι απορρίφθηκαν αρκετές τροπολογίες που προωθούσαν τη βουλγαρική ιστορική αφήγηση, το τελικό κείμενο απέφυγε να αναγνωρίσει ρητά τη «μακεδονική» ταυτότητα.
Αντί για ονομαστικές αναφορές, η έκθεση έκανε λόγο για την ανάγκη σεβασμού της γλωσσικής και πολιτισμικής ιδιαιτερότητας των κρατών-υποψηφίων, χαρακτηρίζοντας τον σεβασμό αυτό ως θεμέλιο της ευρωπαϊκής διεύρυνσης – χωρίς, ωστόσο, να χρησιμοποιεί τον όρο «μακεδονική».
Η Σόφια χαιρέτισε το περιεχόμενο του κειμένου. Ο υφυπουργός Εξωτερικών Georg Georgiev επαίνεσε τη στάση των βουλγαρικών κομμάτων, υποστηρίζοντας πως κατόρθωσαν να εμποδίσουν την εισαγωγή όρων που, σύμφωνα με τη Σόφια, παραβίαζαν την ευρωπαϊκή συμφωνία του 2022.
Αρκετές προτάσεις τροπολογιών απορρίφθηκαν: μεταξύ αυτών, η προσθήκη του όρου «μακεδονική της Βόρειας Μακεδονίας», η επιμονή σε χαρακτηρισμούς όπως «σύγχρονη μακεδονική γλώσσα», η ένταξη του Πρωτοκόλλου Σόφιας – Σκοπίων στο κείμενο, καθώς και η υιοθέτηση ειδικής πλειοψηφίας για αποφάσεις περί διεύρυνσης.
Η έκθεση, πάντως, αποτυπώνει πρόοδο της χώρας σε σημαντικούς τομείς: μεταρρυθμίσεις στη Δικαιοσύνη, ενίσχυση του κράτους δικαίου, διαφάνεια, ελευθερία του Τύπου και καταπολέμηση της διαφθοράς. Παράλληλα, καλεί την ΕΕ να προχωρήσει χωρίς άλλες καθυστερήσεις το άνοιγμα των ενταξιακών κεφαλαίων, εφόσον υπάρξουν συνταγματικές αλλαγές.
Ιδιαίτερη ανησυχία εκφράζεται για την επιρροή που ασκούν τρίτοι παράγοντες – ιδίως η Σερβία και η Ουγγαρία – καθώς και για τον ρόλο φιλοσερβικών μέσων που, κατά την έκθεση, προωθούν ρωσική παραπληροφόρηση και αντιευρωπαϊκή ρητορική. Καταγράφεται ακόμη η συμμετοχή Μακεδόνων κυβερνητικών αξιωματούχων σε εκδηλώσεις του «Σερβικού Κόσμου», με την επισήμανση ότι τέτοιες πρακτικές αντιβαίνουν στις ευρωπαϊκές αξίες.
Στο κείμενο περιλαμβάνεται αναφορά στο τραγικό συμβάν στο Κότσανι, με την ΕΕ να εκφράζει αλληλεγγύη προς τα θύματα και να αναγνωρίζει τη συνδρομή χωρών όπως η Ελλάδα και η Βουλγαρία στην αντιμετώπιση της κρίσης.
Σε πολιτικό επίπεδο, ο πρωθυπουργός της Βόρειας Μακεδονίας Hristijan Mickoski χαρακτήρισε την έκβαση της ψηφοφορίας «νέο Κρούσεβο», παραλληλίζοντας την με τον ξεσηκωμό του 1903, και κάλεσε τον λαό να αντισταθεί στη «συλλογική αδικία». Ανέφερε πως η ιστορία της χώρας είναι σημαδεμένη από προδοσίες, αλλά εξέφρασε τη βεβαιότητα πως ο μακεδονικός λαός θα παραμείνει αμετακίνητος στην ταυτότητά του.
Σε αντίθεση με τη γραμμή Mickoski, η ευρωβουλευτής Irene Joveva (Σλοβενία, μακεδονικής καταγωγής) έκανε έκκληση για αυτοσυγκράτηση, αρνούμενη ότι υφίσταται απόπειρα αμφισβήτησης της μακεδονικής ύπαρξης. «Η γλώσσα σας υπάρχει, ανεξάρτητα από το αν κάποιος την αναγνωρίζει ή όχι. Το ερώτημα είναι αν εσείς την τιμάτε με ακεραιότητα», δήλωσε.
Η έκθεση επισημαίνει τη δέσμευση της Βόρειας Μακεδονίας στην ευρωπαϊκή της πορεία, αλλά τονίζει ότι η πρόοδος απειλείται από εσωτερικές αντιπαραθέσεις και εξωτερικούς παράγοντες. Επικρίνεται επίσης η στάση της χώρας στην πρόσφατη ψηφοφορία της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ για την Ουκρανία, όπου απείχε.
Το ερώτημα που προκύπτει είναι αν η Βόρεια Μακεδονία θα καταφέρει να υπερβεί τα εσωτερικά της διλήμματα και να συνθέσει εθνική συναίνεση ή αν θα παραμείνει εγκλωβισμένη σε αφηγήματα εθνικής αδικίας, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την πορεία της προς την Ευρώπη.