24.1 C
Livinë
20 Μαΐου, 2024
Image default
Ιστορία Βορείου Ηπείρου

Αντώνης Κατσαντώνης: Ο σταυραετός των Αγράφων

Διανύουμε ήδη τον “ιερό” μήνα της επετείου ανάκτησης της εθνικής ανεξαρτησίας μας. Της εθνικής ανεξαρτησίας της επί 400 χρόνια (500 για κάποιες περιοχές) τουρκοκρατούμενης Ελλάδας. Στον μήνα που τιμάμε και γιορτάζουμε την επίσημη κήρυξη της Ελληνικής Επανάστασης του 1821, αφού — με διάταγμα του βασιλιά Όθωνα — ορίστηκε η 25η Μαρτίου από το 1838 ως η ημέρα έναρξής της, βάσει μιας μαρτυρίας.

Της μαρτυρίας του Κανέλλου Δεληγιάννη ότι την ημέρα αυτή ο Έλληνας ιεράρχης (μητροπολίτης) Πατρών Παλαιών Πατρών Γερμανός ύψωσε στην Μονή της Αγίας Λαύρας Καλαβρύτων, περιστοιχισμένος από οπλαρχηγούς, το λάβαρο της επανάστασης και την ευλόγησε ορκίζοντας τους πολεμιστές της.

Η ακριβής ημερομηνίας έναρξης ασφαλώς έχει αμφισβητηθεί, γιατί τα επαναστατικά γεγονότα είχαν ξεκινήσει νωρίτερα σε άλλες περιοχές (17 Μαρτίου στην Μάνη, 23 Μαρτίου στην Καλαμάτα), αλλά η 25η Μαρτίου καθιερώθηκε από το νεοσύστατο ελληνικό κράτος ως ημέρα-σύμβολο της Εθνικής Παλιγγενεσίας μας.

Ημέρα που συμπίπτει ημερολογιακά (κατά το Γρηγοριανό ημερολόγιο) με την γιορτή του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου, την “απαρχή της σωτηρίας του ανθρώπινου γένους από τη δουλεία και φθορά της αμαρτίας”.

Μέχρι την ανάστασή τους όμως οι Έλληνες σκλάβοι (οι “ραγιάδες”, όπως τους αποκαλούσαν οι Τούρκοι) μάχονταν με αυταπάρνηση καθημερινά (σε ατομικό και κοινωνικό επίπεδο) τον σκληρό και αδυσώπητο εχθρό έχοντας βαθιά ριζωμένη μέσα τους την ορθόδοξη πίστη και την ιδέα της ελευθερίας και ανεξαρτησίας της πατρίδας.

Η τόλμη τους αποδόμησε την πολλαπλάσια αριθμητική υπεροχή των Οθωμανών και έτρεψε σε φυγή τα ασκέρια του Δράμαλη, του Βρυώνη και του Κιουταχή ξεσηκώνοντας κύματα φιλελληνισμού στο εξωτερικό, με αποτέλεσμα να καταφθάνουν στην αγωνιζόμενη Ελλάδα επώνυμοι εθελοντές (Λόρδος Βύρων, Σανταρόζα, Φαβιέρος, Μάγερ κλπ) προσφέροντας χρήματα, πυρομαχικά και εφόδια στους αγωνιζόμενους για τη λευτεριά τους Έλληνες.

Πολύ πριν αναδειχθούν ωστόσο σε φωτεινά μετέωρα ηρωισμού και εθελοθυσίας η Αλαμάνα, η Αραπίτσα, η Τριπολιτσά, το Χάνι της Γραβιάς, η Χίος, τα Ψαρά, τα Δερβενάκια, το Μανιάκι, το Μεσολόγγι κλπ, για να φτάσουν οι επαναστατημένοι Έλληνες στην ναυμαχία του Ναυαρίνου (1827) που άνοιξε τον δρόμο για τη ίδρυση ελληνικού κράτους (1830), είχαν προηγηθεί χίλια δυο άλλα γνωστά και άγνωστα γεγονότα ξεσηκωμού των λίγων και αδύνατων απέναντι στην Οθωμανική Αυτοκρατορία των ισχυρών εκείνης της εποχής, που διαφέντευε από τον Νείλο ως τον Δούναβη κι από τον Περσικό Κόλπο ως την Αδριατική.

Γεγονότα στα οποία πρωταγωνίστησαν Έλληνες όλων των κοινωνικών στρωμάτων: απλοί, αγράμματοι άνθρωποι αντάμα με ιερείς, κοτζαμπάσηδες (μικρό τμήμα των οποίων συνεργάστηκε, δυστυχώς, με τους Τούρκους και δυνάστευε τους Έλληνες), πρίγκιπες κι έμποροι, γραμματισμένοι της Δύσης, αρματολοί και κλέφτες, ξυπόλητοι αγωνιστές απ’ τα βουνά και τα νησιά της Ελλάδας, που λαχταρούσαν να τη δουν ελεύθερη.

Ανάμεσα στους σπουδαίους Κλεφταρματoλούς της προεπαναστατικής περιόδου ήταν και ο “σταυραετός των Τζουμέρκων και των Αγράφων”, ο “σταυραετός”, “το λιοντάρι της κλεφτουριάς και πρόδρομος της λευτεριάς του έθνους μας”, ο “τιμωρός της αδικίας” και “σύμβολο της περήφανης ελληνικής ανυποταξίας απέναντι στον εκμεταλλευτή-εξουσιαστή” Αντώνης Μακρυγιάννης, γνωστός ως “Κατσαντώνης”, προσωνύμιο που του δόθηκε από την μόνιμη παράκληση της μάνας του (“Κάτσε Αντώνη… Κάτσε Αντώνη”), για να μην πάρει τα βουνά (περιοχές Αγράφων και Ορεινού Βάλτου Αιτωλοακαρνανίας) και τον “φάνε μπαμπέσικα οι Τούρκοι”.

Οι Τούρκοι που καταδίωκαν απηνώς τους κλεφταρματολους, μεταξύ της περιοχής μεταξύ των οποίων ήταν και Σαρακατσάνος αρχιτσέλιτσέλιγκας Γιάννης Μακρυγιάννης (από το Πετροβούνι – Βασταβέτσι – Τζουμέρκων Ηπείρου) με τα τέσσερα από τα πέντε (το πέμπτο ήταν κορίτσι, η Κατέρω) παιδιά του (τον γεννημένο το 1775 στο Μύρεσι [Μάραθο] Ευρυτανίας Αντώνη “Κατσαντώνη”, τον γεννημένο στα Χασιά Αγράφων [μέρος όπου ξεκαλοκαίριαζε η οικογένεια] Γιώργο “Χασιώτη”, τον γεννημένο στη Λεπενού Αιτωλοακαρνανίας [μέρος όπου διαχείμαζε η οικογένεια] Κώστα “Λεπενιώτη” και τον Μήτρο ή Κούτσικο Μακρυγιάννη).

Η οικογένεια του Γιάννη Μακρυγιάννη είχε μπει από νωρίς στο στόχαστρο του Τουρκαλβανού Αλή Πασά των Ιωαννίνων κατηγορούμενη για ζωοκλοπή από έναν ενοικιαστή βοσκοτόπων του Πασά που λεγόταν Γιάγκος Καραγκούνης.

Επειδή όμως “ταυτοποιήθηκε” για το αδίκημα ο Αντώνης, η τιμωρητική “ράβδος” έπεσε πάνω του. Πιάστηκε, βασανίστηκε και στάλθηκε στα Γιάννενα, όπου ο Αλή Πασάς — για να τον αφήσει ελεύθερο — ζήτησε λύτρα από τον πατέρα του.

Τα λύτρα δόθηκαν και αφέθηκε ελεύθερος ο κλεφταρματωλός νέος, βαφτιστικός και εγγονός (από την μεριά της μητέρας) του σπουδαίου κλέφτη Βασίλη Δίπλα και ευλογημένος παιδιόθεν απ’ τον Πατροκοσμά τον Αιτωλό. Αλλά την ίδια στιγμή κι όλας της απελευθέρωσής του, πήρε την απόφαση να βγει στο κλαρί “για να ξεπλύνει τη ντροπή της οικογένειάς του”, παρά τα παρακάλια της μάνας του Αρετής (“Κάτσε Αντώνη, κάτσε Αντώνη μου”), που του κόλλησαν το προσωνύμιο “Κατσαντώνης” με το οποίο έμεινε στην Ιστορία.

Έτσι ο Αντώνης Κατσαντώνης, έχοντας “προίκα” από τον υπέργηρο νονό του την αρχηγία του “νταϊφά” του, βγήκε στα βουνά και έγινε ο φόβος και ο τρόμος των Τούρκων στις περιοχές του Αχελώου Τζουμέρκων, στα Κρεμαστά και τα όρια των παλιών κοινοτήτων Αλευράδας Βάλτου και Χούνης Τριχωνίδας Αιτωλοακαρνανίας.

Αεικίνητος, άτολμος και πανέξυπνος καθώς ήταν, έγινε θρύλος, τραγούδι (μέσα απ’ τις νίκες του) στο στόμα των σκλαβωμένων Ελλήνων, γιατί — παρά το κυνηγητό απ’ τους Τουρκαλβανούς του Αλή — ο Κατσαντώνης πάντα διέφευγε από τα τουρκικά αποσπάσματα και χάνονταν στην απέναντι όχθη του Αχελώου ποταμού πηδώντας από το στενό πέρασμα (“Το πήδημα του Κατσαντώνη”), που μετατράπηκε σε γεώφραγμα τη δεκαετία του ’60, όταν σχηματίστηκε η ομώνυμη τεχνητή λίμνη των Κρεμαστών για τη λειτουργία υδροηλεκτρικού εργοστασίου.

Ο Αλή Πασάς έπνεε μένεα πλέον κατά του άπιαστου κλεφταρματολού. Για να τον αναγκάσει μάλιστα να παραδοθεί, συνέλαβε, βασάνισε και σκότωσε τους γονείς του. Μόνο που — όταν το έμαθε ο Κατσαντώνης αυτό — όχι μόνο δεν λύγισε, αλλά έδωσε όρκο να πάρει εκδίκηση για τον χαμό τους.

Ο απροσκύνητος Ευρυτάνας “Ρομπέν” οπλίστηκε με δύναμη ψυχής και αντρειοσύνης. Έγινε σκληρός και ανελέητος όποτε τους συναντούσε μπροστά του, με αποτέλεσμα να διαδέχονται η μία την άλλη οι νικηφόρες μάχες του (το 1803 στηνΤριφύλλα Κλειστού (Νεράιδας) και το ίδιο έτος στο Κεράσοβο Πωγωνίου Ιωαννίνων (βορειοδυτικές πλαγιές του Σμόλικα) • το 1804 στις Γούστρες και την Κατούνα Ξηρόμερου Αιτωλοακαρνανίας • το 1806 στην μάχη “στου Πλιού τη Βρύση” (Κεράσοβο Ιωαννίνων) και της Τατάρνας (πάνω απ’ τη σημερινή λίμνη των Κρεμαστών που συνδέει την επαρχία Βάλτου Αιτωλοακαρνανίας με την Ευρυτανία), ενώ την ίδια χρονιά νίκησε Τουρκαλβανούς και τζοχανταραίους (υψηλόβαθμους αξιωματούχους του σουλτάνου) στο Μαλατέικο Λημέρι Αιτωλοακαρνανίας (κοντά στο Μπαμπαλιό) και την περιοχή “Ληστής” της επαρχίας Βάλτου, όπου τραυματίστηκε στο πόδι και πήγε στη Λευκάδα για να θεραπευτεί.

Εκεί γνωρίστηκε με τον Ιωάννη Καποδίστρια, άλλους οπλαρχηγούς και έναν Ρώσο στρατηγό ελληνικής καταγωγής (τον Εμμανουήλ Παπαδόπουλο) που του πρότεινε (από κοινού με τον Καποδίστρια) να ενταχθεί στον Ρωσικό στρατό, για για να πάρει την απάντηση απ’ τον Κατσαντώνη: “Με χρειάζονται περισσότερο οι κλέφτες μου στα βουνά, παρά ο Ρωσικός στρατός”…

Ένα χρόνο αργότερα, το 1807 — μετά την νικηφόρα μάχη στο “Γρεβενοδιάσελο Βουλγάρας”, όπου σκοτώθηκε ο νονός και παππούς του Βασίλης Δίπλας και τραυματίστηκαν οι Καραϊσκάκης, “Λεπενιώτης” (αδελφός του Κατσαντώνη) και Φραγκίστας — πήρε μέρος στη γενική σύναξη των καπεταναίων στη Λευκάδα.

Εκεί — παρουσία του Καποδίστρια, του Ρώσου στρατηγού, του Δεσπότη Ναυπακτίας Ιγνατίου και Ελλήνων οπλαρχηγών (Κολοκοτρώνη, Καραϊσκάκη, Νικηταρά, Τζαβέλα κλπ) — του προτάθηκε από τους τελευταίους η αρχηγία της κλεφτουριάς!

Ο Κατσαντώνης δέχθηκε με συγκίνηση και συνέχισε με περισσότερο ζήλο τον πόλεμο κατά των Τουρκαλβανών (βλ. μάχη του Προσηλιάκου στη Γάβρενα Ευρυτανίας, όπου σκοτώθηκε ο έμπιστος του Αλή Πασά Βεληγκέκας, γνωστός για την ανδρεία και τη σκληρότητά του απέναντι στους σκλαβωμένους Έλληνες).

Ο Αλή Πασάς σκύλιασε από το κακό του όχι μόνο γιατί έχασε τον καλύτερο διοικητή του (ο οποίος έκοβε κι έραβε στο σαράι του και ήταν αυστηρός εκτελεστής του νόμου), αλλά και γιατί ο Κατσαντώνης πήρε την εκδίκηση που ζητούσε για τους δικούς του.

Την άλλη χρονιά (1808) ακολούθησε νέα νίκη του Κατσαντώνη. Αυτή στη Σπινάσα Αγράφων. Όμως και η δική του ώρα πλησίαζε. Ο ηττημένος στο “Γρεβενοδιάσελο Βουλγάρας” την περασμένη χρονιά Άγο Μουχουρντάρης — ένας απ’ τους πιο ικανούς στρατηγούς του Αλή Πασά — επέστρεψε το ίδιο βράδυ της ήττας του στο Καρπενήσι, αλλά προετοίμαζε μεθοδικά την εκδίκησή του για το μεγάλο κακό που προκάλεσε ο “Γκιαούρης” στο τουρκαλβανικό ασκέρι του (189 νεκροί έναντι 17 των Ελλήνων) .

Έτσι, τον Σεπτέμβρη του χρόνου αυτού, η τύχη εγκατέλειψε τον 33χρονο Αντώνη Κατσαντώνη στην τελευταία του μάχη που την έδωσε άρρωστος από ευλογιά σε μια μικρή σπηλιά στο κάτω μέρος ενός λόφου στο Σίχνικο Μοναστηρακίου των Ευρυτανικών Αγράφων.

Την μοιραία στιγμή έμεινε να πολεμάει τους πάνω από 700 Τουρκαλβανούς του Μουχουρντάρη έχοντας μείνει ο ίδιος με πέντε μόνο πιστούς συμμαχητές και τον αδερφό του Γιώργο “Χασιώτη”, καθώς είχαν αποτύχει οι απόπειρες του αδερφού του Κώστα “Λεπενιώτη” και άλλων Κλεφτών να τον απελευθερώσουν, με κυριότερη απόπειρα αυτήν στο γεφύρι της Βίνιανης Ευρυτανίας.

Ο Κατσαντώνης, τελικά, πιάστηκε αιχμάλωτος με τον αδελφό του (όπως το είχε ζητήσει ο Αλής) και οδηγήθηκε σιδηροδέσμιος με εκείνον στα Γιάννενα, όπου αμφότεροι βρήκαν μαρτυρικό θάνατο (τους έσπασαν τα κόκαλα του κορμιού τους) από τους δήμιους του Πασά των Ιωαννίνων μετά την απόρριψη από τον Κατσαντώνη κάθε συζήτησης για συνεργασία με τον Αλή Πασά.

Τον Κατσαντώνη, τον εθνομάρτυρα πρόδρομο του 1821, που έζησε και πέθανε αδούλωτος, απροσκύνητος, με μόνο παράσημό του τον τίτλο του Κλέφτη, τον οποίο προτίμησε από τα αξιώματα προδοσίας και τα αρματολίκια που του προσφέρθηκαν…

Πηγές:
•Δημήτρης Λουκόπουλος: “Στα βουνά του Κατσαντώνη”, 1928
• Δημήτρης Σταμέλος: “Η αποθέωση της παλικαριάς”, 1982

Κρινιώ Καλογερίδου

πηγη

Σχετικές αναρτήσεις