Για πρώτη φορά από το 2005, όταν η Eurostat άρχισε να συλλέγει σχετικά δεδομένα, ο Δείκτης Τιμών Τροφίμων και Μη Αλκοολούχων Ποτών για την Αλβανία ξεπέρασε το 100%, φτάνοντας το 100,1%. Αυτό σημαίνει ότι οι τιμές των τροφίμων στη χώρα είναι πλέον κατά 1% υψηλότερες από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ενώ το επίπεδο των εισοδημάτων, υπολογισμένο βάσει της αγοραστικής δύναμης, αντιστοιχεί μόλις στο 41% του ευρωπαϊκού μέσου όρου.
Από το 2005 έως το 2018, οι τιμές των τροφίμων στην Αλβανία κυμαίνονταν μεταξύ 68% και 78% του ευρωπαϊκού μέσου όρου. Από το 2018 και μετά, παρατηρείται σταθερή αύξηση, φτάνοντας το 2023 σε επίπεδα μόλις 7% χαμηλότερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Το 2024, για πρώτη φορά, οι τιμές εξισώθηκαν με εκείνες της ΕΕ και μάλιστα τις ξεπέρασαν ελαφρώς.
Τα ακριβότερα βασικά προϊόντα για τα αλβανικά νοικοκυριά, σε σύγκριση με την ΕΕ, είναι τα αυγά, το γάλα και τα τυροκομικά, τα οποία φτάνουν στο 131% του μέσου όρου της Ένωσης — από 119,5% που ήταν την προηγούμενη χρονιά. Άλλα είδη διατροφής είναι επίσης ακριβότερα κατά περίπου 25% (124,8%), ενώ τα μη αλκοολούχα ποτά είναι κατά 19% ακριβότερα από τον μέσο ευρωπαϊκό όρο. Αντιθέτως, τα τσιγάρα πωλούνται φθηνότερα, κοστίζοντας μόλις το 47% του μέσου όρου της ΕΕ.
Τα πιο πρόσφατα στοιχεία της Eurostat, που υπολογίζονται με βάση την ισοδυναμία αγοραστικής δύναμης, επιβεβαιώνουν αυτή την τάση τόσο για τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης όσο και για τις υποψήφιες προς ένταξη χώρες.
Σε σύγκριση με άλλα ευρωπαϊκά κράτη, οι τιμές τροφίμων στην Αλβανία είναι αντίστοιχες με αυτές στη Γερμανία, την Πορτογαλία και την Ιταλία, ενώ είναι υψηλότερες από εκείνες στην Ισπανία, την Τσεχία, την Πολωνία και τη Βουλγαρία. Στα Βαλκάνια, η Αλβανία καταγράφει τις υψηλότερες τιμές.
Συνολικά, οι ακριβότερες τιμές τροφίμων στην Ευρώπη καταγράφονται στην Ελβετία (158,5% του μέσου όρου της ΕΕ), την Ισλανδία (143,9%) και τη Νορβηγία (131,2%). Αντίθετα, οι φθηνότερες τιμές παρατηρούνται στην Τουρκία (76,7%), τη Ρουμανία (75,5%) και τη Βόρεια Μακεδονία (73,4%). Για το Κοσσυφοπέδιο, τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία (2022) δείχνουν επίπεδα στο 83,7% του ευρωπαϊκού μέσου όρου.
Οι λόγοι πίσω από αυτές τις διαφορές εντοπίζονται κυρίως στη βαριά φορολόγηση βασικών καταναλωτικών αγαθών στην Αλβανία, ιδιαίτερα μέσω του ΦΠΑ, στο υψηλό κόστος μεταφοράς, στην ελλιπή υποδομή εφοδιαστικής αλυσίδας, αλλά και σε φαινόμενα αισχροκέρδειας και περιορισμένου ανταγωνισμού στην αγορά.