Σε μια εποχή που η Σοβιετική Ένωση επιχειρούσε να απομακρυνθεί από τη σταλινική κληρονομιά, ο Νικίτα Χρουστσόφ αφιέρωσε στα απομνημονεύματά του ιδιαίτερη προσοχή στην Αλβανία. Παρότι στην αλβανική έκδοση δεν αναφέρεται ο χρόνος ή το πλαίσιο συγγραφής, οι αναφορές του σκιαγραφούν με σαφήνεια τη στάση του έναντι του καθεστώτος Χότζα και τις στοχεύσεις της σοβιετικής εξωτερικής πολιτικής στην περιοχή των Βαλκανίων.
Ο Χρουστσόφ περιγράφει ένα ιδιαίτερα κρίσιμο επεισόδιο από την εσωτερική ζωή του Κόμματος Εργασίας της Αλβανίας, όταν κορυφαία στελέχη της ηγεσίας, ανάμεσά τους και ο Ενβέρ Χότζα, τέθηκαν υπό αμφισβήτηση. Οι πληροφορίες που είχε από τους Σοβιετικούς διπλωμάτες αναφέρονταν σε μια μακρά και τεταμένη συνεδρίαση του Πολιτικού Γραφείου στην Τίρανα, όπου συζητήθηκε ακόμα και η απομάκρυνση του Χότζα, του Μεχμέτ Σέχου και του Μπεκίρ Μπαλούκου. Ο Χρουστσόφ σημειώνει ότι η διαδικασία αυτή ήταν τραυματική για τους Αλβανούς ηγέτες, οι οποίοι, συνηθισμένοι στην παντοδυναμία τους, βρέθηκαν ξαφνικά αντιμέτωποι με την εσωκομματική αμφισβήτηση. Παρότι τελικά διατήρησαν τις θέσεις τους, το σοκ που υπέστησαν ήταν βαθύ και – κατά τον ίδιο – καθόρισε την πορεία των σχέσεων του αλβανικού κόμματος με τη Μόσχα.
Ο Χρουστσόφ επανέρχεται συχνά στο θέμα της υποτιθέμενης αυτοτέλειας της Αλβανίας. Αποκαλύπτει, μάλιστα, πως ο ίδιος υπήρξε μάρτυρας της πρόθεσης του Στάλιν να εντάξει την Αλβανία σε μια ευρύτερη βαλκανική ομοσπονδία υπό την ηγεσία της Γιουγκοσλαβίας. Θυμάται ότι ο Στάλιν υπαγόρευσε αυτοπροσώπως τηλεγράφημα προς τον Τίτο, με το οποίο εξέφραζε την πλήρη στήριξη της ΕΣΣΔ στην ενσωμάτωση της Αλβανίας στην ομοσπονδία αυτή, χωρίς να έχουν προηγηθεί συζητήσεις με τους ίδιους τους Αλβανούς. Η διαδικασία, μάλιστα, είχε προχωρήσει τόσο, ώστε κοντά στο Βελιγράδι άρχισε να χτίζεται νέο κυβερνητικό συγκρότημα. Ο Χρουστσόφ επισκέφθηκε το εργοτάξιο και είδε τις εγκαταστάσεις από οπλισμένο σκυρόδεμα, που τελικά εγκαταλείφθηκαν μετά τη ρήξη ανάμεσα στον Στάλιν και τον Τίτο.
Αργότερα, όταν ο ίδιος ο Χρουστσόφ επιδίωξε τη συμφιλίωση με τη Γιουγκοσλαβία, το αλβανικό καθεστώς μετατράπηκε σε βασικό εμπόδιο. Οι ηγέτες των Τιράνων, οι οποίοι επί χρόνια είχαν χτίσει την πολιτική τους στη βάση της αντιγιουγκοσλαβικής ρητορικής, αρνήθηκαν πεισματικά κάθε προσέγγιση. Ο Χότζα, κατά τον Χρουστσόφ, ήταν άνθρωπος με εκρηκτικό χαρακτήρα, και όταν μιλούσε με πάθος το πρόσωπό του παραμορφωνόταν, τα χείλη του έτρεμαν και τα δόντια του σφίγγονταν από οργή. Παρά τη σφοδρή αντίδρασή τους, οι Αλβανοί τελικά αναγκάστηκαν να αποδεχτούν τη νέα πολιτική της Μόσχας. Οι Σοβιετικοί τούς αντιμετώπισαν συγκαταβατικά, θεωρώντας τους απλώς πεισματάρηδες συντρόφους που με τον καιρό θα καταλάβαιναν το σωστό.
Η αλαζονική στάση των Σοβιετικών απέναντι στην Αλβανία διακρίνεται και στην περιγραφή των οικονομικών σχέσεων. Ο Χρουστσόφ τονίζει επανειλημμένα ότι η Αλβανία δεν είχε τίποτα να προσφέρει στη Σοβιετική Ένωση. Όλες οι συναλλαγές ήταν μονόπλευρες. Η Μόσχα παρείχε δωρεάν βοήθεια, μηχανήματα, ακόμη και πετρέλαιο. Η αλβανική παραγωγή, που είχε ξεκινήσει χάρη στη σοβιετική στήριξη, δεν είχε καμία εμπορική αξία – η ΕΣΣΔ την αγόραζε μόνο για να μην καταρρεύσει το σύστημα. Όσο για τη γεωργία, δόθηκαν τρακτέρ και άλλα μηχανήματα, μολονότι η Αλβανία είχε περιορισμένες εκτάσεις. Η πολιτική αυτή είχε και έναν ιδεολογικό στόχο: να παρουσιαστεί η Αλβανία ως κομμουνιστικό πρότυπο για τον μουσουλμανικό κόσμο και τις υπανάπτυκτες χώρες της Ασίας και της Αφρικής.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται από τον Χρουστσόφ στη στρατιωτική συνεργασία. Ενώ σε άλλες χώρες το πολεμικό υλικό δινόταν με πίστωση, στην περίπτωση της Αλβανίας η βοήθεια ήταν άνευ ανταλλάγματος: εξοπλισμός, τρόφιμα, στολές, πυρομαχικά. Η Αλβανία αντιμετωπιζόταν ως στρατηγικός κρίκος του σοσιαλιστικού στρατοπέδου στη Μεσόγειο. Σε αυτό το πλαίσιο, αποφασίστηκε η δημιουργία ναυτικής βάσης υποβρυχίων σε αλβανικό έδαφος. Στάλθηκαν 12 σοβιετικά υποβρύχια και προσωπικό για την εκπαίδευση Αλβανών. Στόχος ήταν, αφού αποκτήσουν την απαραίτητη εμπειρία, να περάσει η διοίκηση στα χέρια τους. Κατά τον Χρουστσόφ, αυτή η κίνηση αποτελούσε απόδειξη της εμπιστοσύνης και της αγάπης που έτρεφαν οι Σοβιετικοί για τον αλβανικό λαό.
Όμως, όταν οι σχέσεις των δύο χωρών κατέρρευσαν, η τύχη των υποβρυχίων προκάλεσε σύγκρουση. Η ΕΣΣΔ απαίτησε την επιστροφή του εξοπλισμού. Οι Αλβανοί αντέδρασαν έντονα, και σε ορισμένα πλοία εμπόδισαν ενεργά την αποχώρηση. Οι Σοβιετικοί κατάφεραν να απομακρύνουν την πλειοψηφία των σκαφών, ενώ πολεμικά πλοία τους είχαν λάβει θέσεις κοντά στις ακτές, έτοιμα να δράσουν σε περίπτωση βίαιης αντίστασης. Ο Χρουστσόφ χαρακτηρίζει το επεισόδιο αυτό ως την οριστική ρήξη στις σχέσεις Μόσχας–Τιράνων.
Στο τέλος, η αφήγηση επικεντρώνεται στο πρόσωπο του Χότζα και τη στενή του ομάδα, που περιλάμβανε τον Σέχου και τον Μπαλούκου. Ο Χρουστσόφ αναφέρει ότι, σύμφωνα με τον Τίτο, ο αυθεντικός ιδρυτής του κομμουνιστικού κινήματος στην Αλβανία ήταν ένας εργάτης, φίλος των Γιουγκοσλάβων, ο οποίος εξοντώθηκε από την τριάδα αυτή. Μάλιστα, φημολογείτο ότι δολοφονήθηκε από τον ίδιο τον Σέχου. Με τον καιρό, υπήρχαν ολοένα και περισσότερες πληροφορίες για παρόμοιες εξαφανίσεις στο εσωτερικό του κόμματος. Οι Χότζα, Σέχου και Μπαλούκου είχαν εδραιώσει έναν μηχανισμό εξουσίας, στον οποίο η παραμικρή απόκλιση από τη γραμμή τους ισοδυναμούσε με εξόντωση. Όπως σημειώνει ο Χρουστσόφ, η ηγετική ομάδα της Αλβανίας είχε μετατρέψει το κόμμα σε εργαλείο προσωπικού ελέγχου, με έναν κύκλο φόβου και υποταγής, από τον οποίο κανείς δεν μπορούσε να ξεφύγει.