Οι οικονομίες των Δυτικών Βαλκανίων εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν χαμηλά επίπεδα παραγωγικότητας εργασίας σε σύγκριση με τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ωστόσο, η απόδοση των Αλβανών εργαζομένων καταγράφεται ως η χαμηλότερη στην περιοχή.
Σύμφωνα με συγκριτική ανάλυση του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ) που δημοσιεύθηκε πρόσφατα, ο μέσος όρος παραγωγής ανά ώρα εργασίας στην Αλβανία για την περίοδο 2020-2023 ήταν μόλις 18 δολάρια ΗΠΑ — ο χαμηλότερος μεταξύ των έξι οικονομιών των Δυτικών Βαλκανίων (WB6).
Την υψηλότερη τιμή στην περιοχή καταγράφει το Μαυροβούνιο με 33 δολάρια ανά ώρα, παρουσιάζοντας αύξηση σε σχέση με τα 27 δολάρια που ίσχυαν κατά την περίοδο 2014-2016. Ακολουθούν τα Σκόπια με 31 δολάρια, το Κόσοβο με 27, η Σερβία με 25 και η Βοσνία-Ερζεγοβίνη με 23 δολάρια ανά ώρα εργασίας. Η Αλβανία κατατάσσεται τελευταία με μόλις 18 δολάρια.
Ο μέσος όρος παραγωγικότητας εργασίας στην περιοχή ανέρχεται στα 27 δολάρια ανά ώρα, κάτι που σημαίνει ότι η Αλβανία παράγει περίπου 35% λιγότερο από τον περιφερειακό μέσο όρο και μόλις το ένα τέταρτο της μέσης παραγωγικότητας των κρατών-μελών της ΕΕ.
Η χαμηλή παραγωγικότητα στην Αλβανία αποδίδεται στη δομή της οικονομίας, η οποία κυριαρχείται από τον αγροτικό τομέα και τις χαμηλής προστιθέμενης αξίας εμπορικές δραστηριότητες. Επιπλέον, λόγω του χαμηλού βαθμού εκβιομηχάνισης, οι επενδύσεις ανά κάτοικο σε μηχανολογικό εξοπλισμό, αυτοματοποίηση και τεχνολογίες πληροφορίας και επικοινωνιών (ΤΠΕ) παραμένουν οι χαμηλότερες στην περιοχή.
Η περιορισμένη παραγωγικότητα αποτελεί βασικό εμπόδιο για την αύξηση των μισθών και τη γενικότερη οικονομική σύγκλιση της χώρας. Όπως επισημαίνουν διεθνείς εμπειρογνώμονες, χωρίς βαθιές διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις που να προωθούν την καινοτομία, την τεχνολογία και το ανθρώπινο κεφάλαιο, το χάσμα της Αλβανίας με τις υπόλοιπες χώρες των Βαλκανίων και την ΕΕ ενδέχεται να διευρυνθεί ακόμη περισσότερο.
Για τον αλβανικό επιχειρηματικό κόσμο και τους διαμορφωτές πολιτικής, η αύξηση της παραγωγικότητας δεν είναι πλέον επιλογή, αλλά αναγκαιότητα για τη μακροπρόθεσμη ανταγωνιστικότητα τους σαν χώρα.
Ο ΟΟΣΑ προτείνει ως βασικές κατευθύνσεις την ενίσχυση των επενδύσεων σε ποιοτική εκπαίδευση, στην επαγγελματική κατάρτιση και στη δημιουργία κατάλληλων συνθηκών για να παραμείνουν οι νέοι και οι επαγγελματίες στη χώρα, ώστε να διασφαλιστεί το απαραίτητο ανθρώπινο δυναμικό για υψηλότερη προστιθέμενη αξία στην οικονομία.
Το υψηλό ποσοστό αδήλωτης εργασίας και η μαζική μετανάστευση επιδρούν αρνητικά στην παραγωγικότητα του ιδιωτικού τομέα. Η εκτεταμένη παραοικονομία συνδέεται άμεσα με την χαμηλή απόδοση, καθώς οι ανεπίσημες επιχειρήσεις λειτουργούν με περιορισμένες δυνατότητες. Ταυτόχρονα, η μετανάστευση έχει περιορίσει σημαντικά τη διαθεσιμότητα εργατικού δυναμικού, με τις μεγαλύτερες απώλειες να καταγράφονται στα πιο εξειδικευμένα στρώματα.