15.4 C
Livinë
20 Απριλίου, 2024
Image default
Ιστορία Βορείου Ηπείρου

Οι σλαβικές επιδρομές στην Ήπειρο και τα σλαβικά τοπωνύμια

Σλαβικές επιδρομές στην Ήπειρο επί Ιουστινιανού

Ο πρώτος που κάνει μνεία για σλαβικές επιδρομές στην Ήπειρο είναι ο Προκόπιος (περ. 500 – 565). Στο πολυσυζητημένο έργο του «Ανέκδοτα», στο οποίο κατηγορεί τον Ιουστινιανό για κάθε τομέα της διακυβέρνησής του, αναφέρει ότι από τον πρώτο χρόνο της βασιλείας του Ιουστινιανού (527 – 565) , Άβαροι και Σλάβοι έκαναν επιδρομές από τα περίχωρα της Κωνσταντινούπολης ως το Ιόνιο Πέλαγος, προερχόμενοι από τα Βαλκάνια.

Κατά τις επιδρομές αυτές, που συνεχίστηκαν ως τον θάνατο του Ιουστινιανού, σύμφωνα πάντα με τα «Ανέκδοτα» του Προκόπιου, κάθε χρόνο περίπου 200.000 άνθρωποι έχαναν τη ζωή τους ή αιχμαλωτίζονταν. Αυτός ο ισχυρισμός όμως δεν ευσταθεί, καθώς αν συνέβαινε κάτι τέτοιο, περίπου 7.600.000 άνθρωποι θα σκοτώνονταν ή θα αιχμαλωτίζονταν στα 28 χρόνια της βασιλείας του Ιουστινιανού. Κάτι βέβαια αδύνατο.

Έτσι, η πρώτη έγκυρη μαρτυρία για σλαβικές επιδρομές στην Ήπειρο, είναι αυτή του Προκόπιου στο έργο του «Υπέρ των πολέμων», όπου αναφέρει ότι το 548/9 οι Σκλαβηνοί (Σλάβοι) πέρασαν τον Δούναβη και έφτασαν ως την Επίδαμνο, το σημερινό Δυρράχιο. Φαίνεται ότι η Νέα Ήπειρος (δείτε περισσότερο στο άρθρο της 23/05/2023 για τα όρια της Παλαιάς και της Νέας Ηπείρου) υπέστη σοβαρές καταστροφές κατά τη σλαβική αυτή επιδρομή.

Όσοι άνδρες δεν σκοτώθηκαν, αιχμαλωτίστηκαν, οι περιουσίες των Ηπειρωτών λεηλατήθηκαν ή καταστράφηκαν, ενώ πολλά φρούρια που υπήρχαν στην περιοχή και θεωρούνταν ως τότε απόρθητα, καταλήφθηκαν από τους Σλάβους. Αυτό το γεγονός οδήγησε τον Ιουστινιανό στο να επανεκτιμήσει το πρόβλημα των επιδρομών και να αναθεωρήσει την αμυντική του πολιτική. Η Παλαιά Ήπειρος έμεινε αλώβητη από τις σλαβικές επιδρομές, τις οποίες επιβεβαιώνει και ο Αγαθίας που αναφέρει και μεταγενέστερη βαρβαρική επιδρομή, η οποία όμως αποκρούστηκε στις Θερμοπύλες.

Στο έργο του «Περί Κτισμάτων», στο οποίο ο Προκόπιος προπαγανδίζει την οικοδομική δραστηριότητα του Ιουστινιανού, αναφέρει τις πόλεις και τα κάστρα των οποίων αναστηλώθηκαν τα τείχη, αλλά και τα νέα φρούρια που κατασκευάστηκαν από την αρχή για να προστατεύσουν τους πληθυσμούς της υπαίθρου. Για την Παλαιά Ήπειρο αναφέρονται, εκτός από τα οχυρωτικά έργα στις μεγάλες πόλεις, 36 ακόμα οχυρώσεις, οι 12 από τις οποίες φτιάχτηκαν από την αρχή και οι 24 με πρωτοβουλία και οικονομική στήριξη από τον Ιουστινιανό.

Αν στα 36 κάστρα της Παλαιάς Ηπείρου προσθέσουμε και τα 58 κάστρα της Νέας Ηπείρου προκύπτει ένας εντυπωσιακός αριθμός οχυρωματικών έργων. Μέχρι σήμερα, πολλά από αυτά τα κάστρα δεν έχουν ταυτοποιηθεί, ενώ ερείπια οχυρώσεων που έχουν εντοπιστεί από τις αρχαιολογικές έρευνες, τα ονόματά τους παραμένουν άγνωστα. Τέσσερις επιγραφές που βρέθηκαν πριν λίγα χρόνια στη Βύλλιδα, μία από τις νοτιότερες πόλεις της Νέας Ηπείρου (κοντά στο σημερινό Φίερι της Αλβανίας), αναφέρουν με άκρως εγκωμιαστικό τρόπο τον Βικτωρίνο, ως άμεσο υπεύθυνο για την αναστήλωση των τειχών της πόλης..

Στη Βύλλιδα αποκαλύφθηκε πριν λίγα χρόνια αρχαίο θέατρο που συνδυάζει δωρικό και ιωνικό ρυθμό, γυμναστήριο, στάδιο, ταφικά κτίσματα με μακεδονικές επιδράσεις, νομίσματα αρχαίων θεών και ηρώων κ.α. Το αλβανικό κράτος το χαρακτήρισε «αλβανική πολιτιστική δημιουργία»… Ο Ιταλός ιστορικός και κριτικός τέχνης Vittorio Sgarbi που την επισκέφθηκε χαρακτήρισε τη Βύλλιδα «ελληνική πόλη» και κάλεσε τους Αλβανούς να σταματήσουν να παρουσιάζουν τα πάντα ως ιλλυρικά.

Το όνομα του Βικτωρίνου υπάρχει και σε επιγραφές του Ισθμού της Κορίνθου για αντίστοιχα έργα, ενώ σε μία επιγραφή της Βύλλιδας επαινείται γιατί κατασκεύασε αντίστοιχα φρούρια στη Μοισία, τη Σκυθία, το Ιλλυρικό και τη Θράκη, κάτι που δείχνει τη μεγάλη εμπιστοσύνη που είχε ο Ιουστινιανός στον Βικτωρίνο, για τον οποίο δεν υπάρχουν άλλες πληροφορίες. Τα οχυρωματικά έργα της Βύλλιδας δεν μνημονεύονται από τον Προκόπιο, κάτι που σημαίνει ότι είτε κατασκευάστηκαν μετά τη συγγραφή του «Περί Κτισμάτων» (554) ή ό,τι ο κατάλογος των οχυρωματικών έργων του Προκόπιου δεν ήταν πλήρης.

Επιδρομή και εγκατάσταση των Σλάβων στην Ήπειρο (587)

Ένα χωρίο του «Χρονικού της Μονεμβασίας» που έχει συζητηθεί ιδιαίτερα, αναφέρει ότι οι Άβαροι που επέδραμαν το 587 στην Ελλάδα «… εν ετέρα δε εισβολή εχειρώσατο (υπέταξαν) πάσαν (ολόκληρη) την Θεσσαλίαν και την Ελλάδα πάσαν την τε παλαιάν Ήπειρον και Αττικήν και Εύβοιαν» Οι επιδρομές αυτές επιβεβαιώνονται και από ένα σχόλιο του Αρχιεπισκόπου Καισαρείας Αρέθα, ο οποίος ίσως ήταν ο συγγραφέας του «Χρονικού της Μονεμβασίας» και είχαν σαν αποτέλεσμα όχι μόνο τη λεηλασία των περιοχών όπου επέδραμαν οι Σλάβοι, αλλά και την εγκατάλειψή τους από τους κατοίκους τους.

Το «Χρονικό» ονομάζει τους επιδρομείς Αβάρους, το δε σχόλιο του Αρέθα Σκλαβηνούς. Πιθανότατα πρόκειται για ενωμένες αβαροσλαβικές δυνάμεις, παρόλο ότι οι δύο λαοί είχαν διαφορετική κοινωνική συγκρότηση και κρατική οργάνωση, Έτσι, οι κάτοικοι της Πάτρας αναγκάστηκαν να καταφύγουν στο Ρήγιο της Καλαβρίας, οι Αργείοι στο νησί Ορόβη (σήμερα Ρόμβη), οι Κορίνθιοι στην Αίγινα και οι Σπαρτιάτες στη Σικελία. Για την Ήπειρο, οι δύο αυτές πηγές δεν δίνουν ανάλογα στοιχεία. Από την αλληλογραφία όμως του πάπα Γρηγορίου Α’ (590- 604), μαθαίνουμε ότι και οι Ηπειρώτες είχαν την τύχη των κατοίκων της νότιας Ελλάδας.

Η εγκύκλιος επιστολή που έστειλε ο Γρηγόριος Α’ τον Μάιο του 591 προς τους επισκόπους του Ιλλυρικού, μας πληροφορεί ότι ο αυτοκράτορας Μαυρίκιος είχε εκδώσει διαταγή προς τον ύπαρχο των πραιτωρίων του Ιλλυρικού Ιοβίνο, με την οποία πρόσταζε τους επισκόπους του Ιλλυρικού που βρίσκονταν ακόμα στις έδρες τους να φιλοξενήσουν τους συναδέλφους τους οι οποίοι είχαν υποχρεωθεί να εγκαταλείψουν τις πόλεις τους όταν ήρθαν οι βάρβαροι. Σε άλλες του επιστολές ο Γρηγόριος αναφέρει ότι οι εισβολείς αυτοί ήταν «Sclavorum gens».

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τρεις επιστολές του Γρηγορίου Α’ που αναφέρονται στην πόλη Εύροια της Παλαιάς Ηπείρου. Οι επιστολές αυτές γράφτηκαν τον χειμώνα του 603/604 για να αντιμετωπίσουν ένα πρόβλημα που είχε λάβει πολύ μεγάλες διαστάσεις.

Λόγω της βαρβαρικής απειλής ο επίσκοπος Ευροίας Ιωάννης είχε καταφύγει μαζί με τους κατοίκους της πόλης στην Κασσιώπη στα ΒΔ της Κέρκυρας. Εκεί μετέφεραν και το σκήνωμα του αγίου Δονάτου, του προστάτη της πόλης. Ο επίσκοπος Ευροίας δεν περιορίστηκε στη φιλοξενία στην Κασσιώπη αλλά ανέλαβε και εκκλησιαστικές πρωτοβουλίες, κάτι που ο τοπικός επίσκοπος Κερκύρας Αλκίσων θεώρησε παρέμβαση στο έργο του, γι’ αυτό ζήτησε την παρέμβαση του πάπα.

Ο πάπας με τις επιστολές του δέσμευσε τον επίσκοπο Κερκύρας ότι θα επέτρεπε οι Ηπειρώτες να πάρουν μαζί τους και το σκήνωμα του αγίου Δονάτου αν ποτέ επέστρεφαν στην πατρίδα τους. Δεν γνωρίζουμε αν η επιστροφή των Ηπειρωτών στην Εύροια έγινε ποτέ. Βέβαιο είναι ότι η προσήλωσή τους στον Άγιο Δονάτο διατηρήθηκε, και για πολλούς αιώνες η σημερινή Παραμυθιά είχε το όνομά του. Το σκήνωμα του αγίου Δονάτου πιθανότατα παρέμεινε στην Κέρκυρα (ή στην Κεφαλλονιά;) απ’ όπου το άρπαξαν οι Βενετοί τον 12ο αιώνα επιστρέφοντας από ταξίδι τους στους Αγίους Τόπους.

Ο Σ. Δάκαρης υποστήριξε με πολλά και πειστικά επιχειρήματα ότι η Εύροια στην οποία αναφερθήκαμε, βρισκόταν στο σημερινό κάστρο των Ιωαννίνων. Η πόλη αυτή, η νέα Εύροια, χτίστηκε από τον Ιουστινιανό που μετέφερε εκεί τους κατοίκους της παλιάς Εύροιας. Η άποψη του Σ. Δάκαρη υιοθετήθηκε και από άλλους στη συνέχεια. Φαίνεται πάντως ότι οι κάτοικοι της νέας Εύροιας δεν επέστρεψαν στην Ήπειρο, ούτε και κατά τον 9ο αιώνα όταν ιδρύθηκαν τα Ιωάννινα.

Πρόσφυγες από την Ήπειρο δεν εγκαταστάθηκαν μόνο στην Κέρκυρα αλλά και σε μικρότερα νησιά. Ένα από αυτά είναι ο Κέφαλος, έρημο σήμερα, με έκταση 40 στρεμμάτων το οποίο βρίσκεται κοντά στη νότια ακτή του Αμβρακικού. Στον Κέφαλο σώζονται ερείπια δύο βασιλικών που χρονολογούνται από τον 6ο/7ο αι. Στα ερείπια αυτά βρέθηκαν και χάλκινα νομίσματα της εποχής του Ηράκλειου (610-641) που δείχνουν ότι οι σλαβικές επιδρομές στην Ήπειρο οδήγησαν πολλούς κατοίκους της στο νησί.

Αλλά και στους Παξούς, ιδιαίτερα στο νοτιοανατολικό τους τμήμα, στην περιοχή Οζειά ή Βρωμολιμιώνας σώζονται ερείπια δύο βασιλικών της Αγίας Μαρίνας και του Αγίου Στεφάνου που χρονολογούνται από τα τέλη του 6ου ή αρχές του 7ου αιώνα. Επειδή ως τότε οι Παξοί ήταν όπως φαίνεται ακατοίκητοι λόγω ανυδρίας, στην περιοχή όπου βρέθηκαν οι βασιλικές υπάρχουν παλιά πηγάδια στυφού νερού. Έτσι υπάρχει σύνδεση των βασιλικών με προσφυγικές εγκαταστάσεις στο νησί από κατοίκους της Ηπείρου που έφυγαν από τον τόπο τους μετά τις σλαβικές επιδρομές.

Η σλαβική επιδρομή του 614-616

Πολύ σημαντική ήταν για ολόκληρη σχεδόν την ηπειρωτική Ελλάδα, μία νέα σλαβική επιδρομή που μνημονεύεται στο δεύτερο βιβλίο των «Θαυμάτων του Αγίου Δημητρίου». Όπως αναφέραμε επρόκειτο για επιδρομή μεγάλης έκτασης που συνδυάστηκε με επιθέσεις από ξηρά και θάλασσα. Όσο υπερβολικό κι αν είναι το χωρίο που περιγράφει τις σλαβικές επιδρομές θεωρείται βέβαιο ότι αυτές προκάλεσαν σοβαρότατα πλήγματα στην Ήπειρο και πολλές από τις πόλεις της εγκαταλείφθηκαν.

Το 625 ο πάπας Ονώριος έστειλε επιστολές προς τους επισκόπους της Παλαιάς Ηπείρου σχετικά με την εκλογή του νέου Μητροπολίτη Νικοπόλεως Υπατίου. Αν και στην Ήπειρο υπήρχαν οχτώ επισκοπές, η παπική επιστολή έχει ως αποδέκτες τέσσερις επισκόπους κάτι που δείχνει ότι οι άλλοι τέσσερις επισκοπικοί θρόνοι ήταν κενοί λόγω της έκρυθμης κατάστασης. Οι τέσσερις επίσκοποι-αποδέκτες του παπικού εγγράφου ήταν αυτοί των πόλεων: Κέρκυρα, Βουθρωτό(ς), Φωτική και Αδριανούπολης.

Το σλαβικό φύλο των Βαϊουνητών στην Ήπειρο

Η περιγραφή της σλαβικής επίθεσης στην Ήπειρο του 614-616 παραθέτει και τα ονόματα των σλαβικών φύλων που έλαβαν μέρος σε αυτές. Το σλαβικό φύλο των Βαϊουνητών που μνημονεύεται ανάμεσα στα φύλα αυτά, πιθανότατα ταυτίζεται με την «ομάδα» που εγκαταστάθηκε σε όλη τη δυτική Ήπειρο απέναντι από την Κέρκυρα, από τη Χειμάρα, περίπου στον βορρά, ως το Μαργαρίτι της σημερινής Θεσπρωτίας στον νότο και έδωσε το όνομα Βαγενετία στην περιοχή, το οποίο όνομα διατηρήθηκε ολόκληρο τον Μεσαίωνα.

Εκατό περίπου χρόνια αργότερα η Βαγενετία ήταν οργανωμένη με το όνομα αυτό στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία, με επικεφαλής βυζαντινό άρχοντα που έφερε τον τίτλο του «βασιλικού σπαθαρίου» όπως φαίνεται από μολυβδόβουλο της εποχής. Ένα άλλο μολυβδόβουλο του 9ου αιώνα ανήκει σε «βασιλικόν πρωτοσπαθάριον» και άρχοντα της περιοχής. Τότε οι Βαϊουνήτες είχαν ήδη εκχριστιανιστεί ,καθώς στην Η’ Οικουμενική Σύνοδο που έγινε στην Κωνσταντινούπολη το 879 έλαβε μέρος και ο επίσκοπος Βαγενετίας.

Οι συνέπειες των σλαβικών επιδρομών στην Ήπειρο

Οι συνέπειες των σλαβικών επιδρομών στην Ήπειρο στις οποίες αναφερθήκαμε ήταν πολύ σοβαρές. Κατέστρεψαν πολλές πόλεις και ανάγκασαν τους κατοίκους τους να εγκατασταθούν αλλού, κατέστρεψαν την αγροτική οικονομία και υποχρέωσαν τους αγρότες και τους κτηνοτρόφους να αποσυρθούν σε ορεινότερες περιοχές. Παράλληλα, Σλάβοι εγκαταστάθηκαν στην Ήπειρο. Οι Σλάβοι αυτοί εκχριστιανίστηκαν, αφομοιώθηκαν από το γηγενές ελληνικό στοιχείο και τα μοναδικά απομεινάρια της παρουσίας τους σ’ αυτή είναι τα σλαβικά τοπωνύμια, τα περισσότερα από κάθε άλλη περιοχή της Ελλάδας.

Σλαβικά τοπωνύμια στην Ήπειρο

Το έργο του Βερολινέζου σλαβιστή Max Vasmer «Die Slaven in Griechenland» («Οι Σλάβοι στην Ήπειρο», Βερολίνο 1941) αν και από πολλούς θεωρείται ότι δεν είναι απαλλαγμένο από πολιτικές σκοπιμότητες, είναι αντικειμενικό και σοβαρό, όπως γράφει ο Χ.Π. Συμεωνίδης. Μάλιστα ο Vasmer δεν διστάζει να αποδείξει ότι πολλά τοπωνύμια που θεωρούνταν ως τότε σλαβικά είναι ελληνικής προέλευσης. «Παραδέχεται την ιστορική άλλωστε αλήθεια ότι οι πλημμυρισμένες με Σλάβους περιοχές εξελληνίζονταν πάλι χάρη στη δραστηριότητα και δεξιοτεχνία του βυζαντινού αμυντικού μηχανισμού με ταχύτητα και αποτελεσματικότητα» (Χ.Π. Συμεωνίδης)

Το σλαβικό στοιχείο φαίνεται πάντως ότι αφομοιώθηκε αργότερα στον Ταΰγετο (Εζερίτες και κυρίως Μηλιγγοί) και στην Ήπειρο. Ο Vasmer κλείνει το, σπουδαίο, έργο του ως εξής: «Για την επιμονή όμως του ελληνικού πολιτισμού δεν είναι λιγότερο χαρακτηριστικό το γεγονός ότι αμέσως μετά την εποχή αυτή των αναταραχών στη μητρική γη προπαρασκευάστηκε με Έλληνες ιερωμένους ο προσηλυτισμός στον χριστιανισμό βόρειων σλαβικών φύλων και συνδέθηκε μ’ αυτόν ένας θρίαμβος του ελληνικού πνεύματος του οποίου οι συνέπειες διατηρούνται επί αιώνες».

O Vasmer αναφέρει ότι στον νομό Ιωαννίνων υπήρχαν 334 μη ελληνικά τοπωνύμια (σλαβικά και άλλα). Πάντως ο Κώστας Οικονόμου κάνει αναφορά για 189 μόλις τοπωνύμια στον νομό Ιωαννίνων. Ας δούμε μερικά από αυτά: Δολιανά < παλαιό σλαβικό Doljane «κάτοικοι κοιλάδας» (το τοπωνύμιο υπάρχει και σε άλλα μέρη της Ελλάδας, π.χ. στην Αρκαδία), Ζαγόρι <παλαιό σλαβικό ZagorJe «πίσω απ’ το βουνό/ δάσος» ,Κεράσοβο < ελληνικό κέρασος + σλαβικό επίθημα – ονο , – ονα ,Κόνιτσα < νοτιογιουγκοσλαβικό , σλαβικό Konica «αλογότοπος», Μέτσοβο <σλαβικό Mecovo «αρκουδοχώρι» κ.ά. Στην εργασία του Vasmer αντέδρασαν επιφανείς Έλληνες επιστήμονες, ιστορικοί και γλωσσολόγοι, όπως οι Κ. Άμαντος, Δ. Ζακυθηνός, Σ. Κυριακίδης, Δ. Γεωργακάς, Α. Χατζής κ.ά. !

Πηγές: ΗΠΕΙΡΟΣ, «4.000 ΧΡΟΝΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ, ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΑΘΗΝΩΝ, Αθήνα 1997
ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ Κ. ΧΡΥΣΟΥ, «ΣΥΜΒΟΛΗ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΗΠΕΙΡΟΥ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΠΡΩΤΟΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΕΠΟΧΗ (Δ’ – ΣΤ’ ΑΙ.)»,ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ, ΤΟΜΟΣ 23, ΙΩΑΝΝΙΝΑ 1981
ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ Π. ΣΥΜΕΩΝΙΔΗΣ, «ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΟΙΚΩΝΥΜΙΩΝ», ΚΕΝΤΡΟ ΜΕΛΕΤΩΝ ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΚΥΚΚΟΥ, 2010
ΚΩΣΤΑΣ ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ, «ΣΛΑΒΙΚΑ ΛΕΞΙΛΟΓΙΚΑ ΔΑΝΕΙΑ ΣΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΙΔΙΩΜΑΤΑ ΤΗΣ ΗΠΕΙΡΟΥ», ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΩΝ ΜΕΛΕΤΩΝ, ΙΩΑΝΝΙΝΑ 2010

Μιχάλης Στούκας – protothema.gr 

πηγη

Σχετικές αναρτήσεις