Μέσα σε κλίμα ανθρώπινης συγκίνησης και με το μήνυμα ότι θα μείνει αλησμόνητος, τελέστηκε την Κυριακή 3 Αυγούστου, στον καθεδρικό ναό Ανάσταση του Αργυροκάστρου, το Τεσσαρακονθήμερο μνημόσυνο του αειμνήστου Μητροπολίτου Αργυροκάστρου Δημητρίου, που διάβηκε αυτόν τον κόσμο αθόρυβα, αλλά όχι απρόσφορα.
Προς το τέλος της θείας λειτουργίας, όπου προεξήρχε ο Αρχιεπίσκοπος Αλβανίας κ. Ιωάννης, εψάλη το μνημόσυνο, χοροστατούντος του Μακαριωτάτου και συγχοροστατούντων του Μητροπολίτου Απολλωνίας και Φίερι κ. Νικολάου (Τοποτηρητού της Μητροπόλεως Αργυροκάστρου), του Μητροπολίτου Βερατίου κ. Άστιου, του Μητροπολίτου Αμαντίας κ. Ναθαναήλ (επί πολλά χρόνια, ως αρχιμανδρίτης, στενού συνεργάτη του μακαριστού κυρού Δημητρίου στη Μητρόπολη Αργυροκάστρου) και του Επισκόπου Κρούγιας Αναστασίου. Τους πλαισίωναν ιερείς της Μητροπόλεως Αργυροκάστρου, ενώ μεγάλη ήταν και η συμμετοχή Ορθοδόξων από την ευρύτερη περιοχή.
Με συντομία ο Αρχιεπίσκοπος κ. Ιωάννης αναφέρθηκε στην πνευματικότητα, στο βάθος της πίστης και στον ιεραποστολικό αγώνα του μακαριστού Δημητρίου.
Μετά το μνημόσυνο ο Αρχιεπίσκοπος Αλβανίας και τα μέλη της Ιεράς Συνόδου, μαζί με κληρικούς και ιερείς, τέλεσαν τρισάγιο στον τάφο του αειμνήστου Μητροπολίτου Αργυροκάστρου Δημητρίου, στον αύλειο χώρο του Προσκυνήματος της Αγίας Παρασκευής, στους Τεριαχάτες Αργυροκάστρου (επί της εθνικής οδού Αργυροκάστρου-Κακαβιάς).
Ο μακαριστός Δημήτριος δεν ήταν άνθρωπος της αφ’ υψηλού διακονίας. Συμμετείχε στη λύπη, στη χαρά και στις ανάγκες του ποιμνίου του. Έδιδε το παρών, όταν χρειαζόταν, χωρίς κανένα υλικό συμφέρον, για να αισθάνεται ο λαός τον Επίσκοπό του ως Πατέρα του. Και το έκανε αυτό, γιατί προηγουμένως ο ίδιος αισθανόταν τους Ορθοδόξους του ποιμνίου του ως παιδιά του.
Γι’ αυτό στεκόταν πατρικά πλάι τους, με αυτό το ωραίο, το αγνό, το γνήσιο, το ανεπιτήδευτο χαμόγελο. Και στις ώρες της χαράς, και στις ώρες του πένθους και των δοκιμασιών. Τους διαπότιζε με την ασκητική ζωή του και το ευχαριστηριακό βίωμά του.
Λαμπάδα, που καιγόταν ήταν ο βίος του, και προσέφερε την ιλαρή φωτεινότητά του, η οποία λειτουργούσε στις ψυχές των πιστών σαν κατάνυξη οικοδομής και ανάτασης.