Καθώς πλησιάζουν οι βουλευτικές εκλογές στην Αλβανία, η πολιτική σκηνή της χώρας αποκαλύπτει με εντυπωσιακή διαύγεια τη μετατροπή της σε μια επικοινωνιακή μηχανή εντυπώσεων, όπου το ουσιώδες θυσιάζεται στο βωμό του εντυπωσιασμού. Πρωταγωνιστής αυτής της μεθόδου δεν είναι άλλος από τον Έντι Ράμα, έναν πολιτικό που κατάφερε να κυριαρχήσει στο εσωτερικό με όρους καλλιτεχνικής σκηνοθεσίας και αυταρχικού ελέγχου.
Η εκδήλωση που διοργανώθηκε πρόσφατα στη Χιμάρα, αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της τακτικής. Χωρίς να πατήσει το πόδι του στην περιοχή, ο Ράμα έστησε μια φιέστα με δήθεν πολιτιστικό πρόσημο, την ώρα που η κυβέρνηση κατηγορείται για πλήρη απουσία ουσιαστικής πολιτικής σε θέματα υποδομών, δικαιωμάτων και διαφάνειας. Το γεγονός ανατέθηκε με αδιαφανείς διαδικασίες, γεγονός που πυροδότησε αντιδράσεις από τοπικούς παράγοντες και αναλυτές, αφού καταστρατηγήθηκαν βασικές αρχές χρηστής διοίκησης.
Η επιλογή της Χιμάρας δεν είναι τυχαία. Αποτελεί έναν ευαίσθητο γεωγραφικά και πολιτισμικά χώρο, που εδώ και χρόνια βρίσκεται στο επίκεντρο της πολιτικής εκμετάλλευσης. Το τουριστικό του προφίλ προσφέρεται για την προβολή ενός success story, την ώρα που το πραγματικό σχέδιο είναι ένας επικίνδυνος γιγαντισμός. Η άναρχη τουριστική ανάπτυξη, με ξενοδοχειακές επενδύσεις που παρακάμπτουν την τοπική κοινωνία και τις περιβαλλοντικές ανάγκες, έχει μετατρέψει την παραλιακή ζώνη σε ένα πεδίο κερδοσκοπίας.
Την ίδια στιγμή, στο θεσμικό πεδίο, η κυβέρνηση Ράμα δείχνει να μην αντέχει τους περιορισμούς που θέτει μια ουσιαστική δημοκρατία. Με αλλαγές στο εκλογικό χρονοδιάγραμμα και χειρισμούς που θυμίζουν καθεστωτική πρακτική, επιχειρεί να περιορίσει την πολιτική αντιπαράθεση και να ελέγξει το εκλογικό αποτέλεσμα. Το ερώτημα που τίθεται πλέον είναι: Ποιος ελέγχει την εκλογική διαδικασία και ποιος ελέγχει τον ελεγκτή;
Η ίδρυση ειδικής Task Force από την Ειδική Εισαγγελία SPAK για την αντιμετώπιση εκλογικών εγκλημάτων, αποτελεί μεν θεσμική απάντηση, αλλά ταυτόχρονα γεννά ανησυχίες για το κατά πόσο θα λειτουργήσει ανεξάρτητα ή αν τελικά θα αποτελέσει εργαλείο εξαγνισμού της εξουσίας. Οι πολίτες έχουν γίνει θεατές ενός πολιτικού θεάτρου όπου οι ρόλοι είναι μοιρασμένοι και το σενάριο προκαθορισμένο.
Το μεγαλύτερο πρόβλημα δεν είναι ότι ο Ράμα σκηνοθετεί. Το πρόβλημα είναι ότι φαίνεται να μην έχει αντίπαλο σε αυτό. Η αντιπολίτευση είτε αδυνατεί να παρακολουθήσει τις τεχνικές του είτε παγιδεύεται σε δευτερεύοντα ζητήματα. Έτσι, το πεδίο μένει ανοικτό για την πλήρη κυριαρχία ενός πολιτικού μοντέλου που εδράζεται στην αισθητική του εντυπωσιασμού και την απουσία θεσμικού ελέγχου.
Η εκλογική διαδικασία του Μαΐου δεν είναι απλώς μία αναμέτρηση για έδρες στο κοινοβούλιο. Είναι μια δοκιμασία για τη δημοκρατία στην Αλβανία. Αν επικρατήσει η τακτική του θεάματος, της αδιαφάνειας και της αυθαιρεσίας, τότε η χώρα δεν θα ολισθήσει απλώς σε έναν νέο κύκλο πολιτικής στασιμότητας — θα βυθιστεί σε ένα καθεστώς ελεγχόμενης δημοκρατίας με αισθητικό περίβλημα. Και αυτό, με ευθύνη όχι μόνο του Ράμα, αλλά και όσων επιλέγουν να παρακολουθούν σιωπηλά.