Στις 11 Μαΐου του 330 μ.Χ., ο Ρωμαίος Αυτοκράτορας Κωνσταντίνος ανακήρυξε επίσημα την Κωνσταντινούπολη ως τη «Νέα Ρώμη» και νέα πρωτεύουσα της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Η τελετή πραγματοποιήθηκε με όλη τη μεγαλοπρέπεια που άρμοζε σε μια τέτοια ιστορική στιγμή.
Λίγοι θα μπορούσαν τότε να προβλέψουν ότι αυτή η πόλη, που σύντομα θα γινόταν γνωστή σε ολόκληρο τον κόσμο ως Κωνσταντινούπολη, θα εξελισσόταν σε μια από τις σημαντικότερες πόλεις της παγκόσμιας ιστορίας.
Ο Κωνσταντίνος, αναγνωρίζοντας τη σημασία της Ανατολής για το μέλλον της Αυτοκρατορίας του, επέλεξε την αρχαία ελληνική πόλη Βυζάντιο ως νέο διοικητικό και στρατηγικό κέντρο. Ήθελε μια τοποθεσία που να εξασφαλίζει έλεγχο στα βασικά εμπορικά περάσματα ανάμεσα στην Ευρώπη και την Ασία. Παράλληλα, επιδίωκε έναν τόπο που θα αντιπροσώπευε την αρχή μιας νέας εποχής για την Αυτοκρατορία του, η οποία περνούσε από τον παγανισμό στον χριστιανισμό.
Το Βυζάντιο, με το φυσικό του λιμάνι και τη δυσπρόσιτη γεωγραφική του θέση, ήταν μια ιδανική επιλογή. Λέγεται ότι ο ίδιος ο Κωνσταντίνος χάραξε τα νέα όρια της πόλης, ίσως εμπνευσμένος από ένα όραμα. Το έργο της μετατροπής ενός μικρού οικισμού σε μια τεράστια πόλη ξεκίνησε: πλατιές λεωφόροι, δημόσια φόρα και ισχυρά τείχη που θα προκαλούσαν δέος σε κάθε επίδοξο εχθρό.
Τα εγκαίνια της νέας πρωτεύουσας έγιναν στις 11 Μαΐου του 330 μ.Χ. και σηματοδότησαν μια ιστορική καμπή. Για περισσότερο από μία χιλιετία, η Κωνσταντινούπολη θα αποτελούσε κέντρο πολιτισμού, εστία μάθησης και προπύργιο ενάντια στις δυνάμεις της Ανατολής. Η επιρροή της στους τομείς της τέχνης, της νομοθεσίας, της θρησκείας και του εμπορίου υπήρξε καθοριστική.
Τα ψηφιδωτά των βυζαντινών εκκλησιών, η τέχνη που αναπτύχθηκε μέσα στα τείχη της Πόλης, συνεχίζουν να επηρεάζουν ως σήμερα. Ο νομικός κώδικας του Ιουστινιανού, με τη λογική και τη δομή του, έγινε πρότυπο για πολλά σύγχρονα νομικά συστήματα στην Ευρώπη. Το εκκλησιαστικό σχίσμα ανάμεσα στην Ορθόδοξη και τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία έχει τις ρίζες του στη διαφορετική ιστορική πορεία των δύο αυτών αυτοκρατορικών κέντρων, της Ρώμης και της Κωνσταντινούπολης.
Η άλωση της Πόλης το 1453 έδωσε τέλος σε μια ιστορία 1.123 ετών. Όμως, η Κωνσταντινούπολη δεν εξαφανίστηκε. Αντιθέτως, συνέχισε να ζει μέσα από τη νέα της ταυτότητα ως οθωμανική πρωτεύουσα. Αν και μεταμορφώθηκε, διατήρησε κομμάτια της παλιάς της ψυχής.
Σήμερα, περπατώντας στους δρόμους της Κωνσταντινούπολης, μέσα στο σύγχρονο τουρκικό αστικό τοπίο, μπορεί κανείς να νιώσει την ιστορία να ξετυλίγεται σε κάθε γωνιά: από τους Ρωμαίους αυτοκράτορες και τους βυζαντινούς λογίους, μέχρι τους οθωμανούς ηγεμόνες, όλοι έχουν αφήσει το αποτύπωμά τους σε αυτόν τον ιστορικό τόπο.