Η Ελληνική Αστυνομία εξιχνίασε τη στυγερή δολοφονία του 43χρονου Πολωνού καθηγητή Przemyslaw Jeziorski, ο οποίος εκτελέστηκε εν ψυχρώ το απόγευμα της 4ης Ιουλίου στην Αγία Παρασκευή, στην Αθήνα.
Στη διάθεση των Αρχών βρίσκονται πέντε άτομα: δύο Έλληνες, ένας Βούλγαρος και δύο Αλβανοί, ενώ συνελήφθη και η πρώην σύζυγος του θύματος, η οποία θεωρείται βασική εμπνεύστρια του εγκλήματος και κατηγορείται ότι έδωσε εντολή για την εκτέλεση.
Οι δύο Αλβανοί που συνελήφθησαν είναι ο 24χρονος Andrea Sherri και ο 16χρονος F. Driza. Οι υπόλοιποι εμπλεκόμενοι είναι ο 35χρονος σύντροφος της πρώην συζύγου του Jeziorski, που θεωρείται ο φυσικός αυτουργός, και ένας Βούλγαρος υπήκοος που κατηγορείται για συνέργεια.
Οι αλλοδαποί, σύμφωνα με την έρευνα, βοήθησαν στη διάπραξη του εγκλήματος προσφέροντας υποστήριξη με το όχημα διαφυγής – ένα πολυτελές Porsche Cayenne – και άλλα μέσα. Υποστήριξαν στις καταθέσεις τους ότι δεν γνώριζαν πως θα πραγματοποιηθεί φόνος. Ωστόσο, φέρονται να ζήτησαν 50.000 ευρώ από τον δολοφόνο για να μην αποκαλύψουν την υπόθεση.
Όπως προκύπτει από το υλικό της δικογραφίας, οι δύο Αλβανοί και ο βασικός κατηγορούμενος παρακολουθούσαν τον Πολωνό καθηγητή με το πολυτελές όχημα μέχρι την περιοχή Χαϊδάρι. Ο Jeziorski είχε μεταβεί εκεί, ανυποψίαστος για την παγίδα που του είχαν στήσει. Η πρώην σύζυγός του είχε κανονίσει να τον συναντήσει στις 4 το απόγευμα, δήθεν για να παραλάβει τα παιδιά τους. Στην πραγματικότητα, όμως, είχε καταστρώσει σχέδιο εξόντωσής του.
Οι αστυνομικές Αρχές κατέγραψαν και τις κινήσεις του φερόμενου δράστη, ο οποίος προσπάθησε να δημιουργήσει σύγχυση και να αποπροσανατολίσει τις έρευνες. Ο 35χρονος φερόμενος δολοφόνος έδωσε το κινητό του τηλέφωνο και τα κλειδιά του αυτοκινήτου του σε άλλο άτομο, προκειμένου να εμφανιστεί πως δεν βρισκόταν καν στην περιοχή της δολοφονίας.
Ωστόσο, η αστυνομία είχε στα χέρια της στοιχεία που αποδείκνυαν πως ο Jeziorski είχε καταγγείλει στο παρελθόν τον συγκεκριμένο άνδρα – σύντροφο της πρώην συζύγου του – για απειλές και σωματική βία. Υπήρχε, δηλαδή, προηγούμενη αντιπαράθεση, και οι Αρχές είχαν ήδη σαφείς ενδείξεις ότι ο καθηγητής φοβόταν για τη ζωή του.
Στην κατάθεσή του, ο 35χρονος δράστης εμφανίστηκε μετανιωμένος, λέγοντας στους αστυνομικούς:
«Δεν άντεχα να βλέπω τη φίλη μου να υποφέρει και να είναι στεναχωρημένη. Είπα θα το κάνω. Τα έκανα όλα μόνος μου.»
Φαίνεται πως προσπάθησε να αναλάβει ολόκληρη την ευθύνη, όμως τα στοιχεία αποκαλύπτουν ότι πρόκειται για μια προσχεδιασμένη ενέργεια, στην οποία η πρώην σύζυγος του θύματος είχε ενεργό συμμετοχή.
Σύμφωνα με την ομολογία του, στρατολόγησε τους δύο Αλβανούς και τον Βούλγαρο λέγοντάς τους:
«Πάμε να δείρουμε κάποιον που ενοχλεί τη φίλη μου.»
Για να τους καθησυχάσει, τους υποσχέθηκε ότι:
«Αν χρειαστείτε δικηγόρους, θα πληρώσει η Νάντια. Μην ανησυχείτε, αν κάτι πάει στραβά, είμαστε εντάξει.»
Όσον αφορά την πρώην σύζυγο του καθηγητή, μετά τη δολοφονία φέρεται να προσπάθησε να εξαφανίσει κάθε στοιχείο. Έσβησε δεδομένα από το κινητό της και το απενεργοποίησε. Ωστόσο, οι Αρχές εντόπισαν στο τηλέφωνό της μια φωτογραφία του θύματος τραβηγμένη από πίσω, την ημέρα της δολοφονίας, η οποία δείχνει τι φορούσε. Αυτό θεωρείται καθοριστικό στοιχείο που τεκμηριώνει τον ρόλο της στον σχεδιασμό του εγκλήματος. Μέχρι στιγμής δεν έχει εξακριβωθεί σε ποιον είχε αποσταλεί η φωτογραφία.
Παράλληλα, οι επικοινωνίες ανάμεσα στον δράστη και την πρώην σύζυγο του Jeziorski πραγματοποιούνταν μέσω της κρυπτογραφημένης εφαρμογής Signal, χρησιμοποιώντας τον τηλεφωνικό αριθμό του ανήλικου γιου της.
Τα παραπάνω δεδομένα ενισχύουν τη θέση των διωκτικών αρχών ότι πρόκειται για προμελετημένο έγκλημα. Οι τέσσερις άνδρες έχουν ήδη ομολογήσει την εμπλοκή τους, ενώ η γυναίκα συνεχίζει να αρνείται κάθε κατηγορία – κάτι που ωστόσο, σύμφωνα με τις Αρχές, δεν έχει πια ιδιαίτερη σημασία.
Η υπόθεση οδηγείται πλέον στη Δικαιοσύνη. Οι κατηγορίες περιλαμβάνουν ανθρωποκτονία από πρόθεση, ηθική αυτουργία και συνέργεια σε φόνο.