Η αποκαλούμενη «Επιχείρηση Αλβανία» αποτελεί «το πιο δαπανηρό, απάνθρωπο και άχρηστο μέτρο στην ιστορία της ιταλικής – και κατ’ επέκταση ευρωπαϊκής – μεταναστευτικής πολιτικής». Αυτή είναι η σκληρή κριτική που απευθύνει η οργάνωση ActionAid, η οποία σε συνεργασία με το Πανεπιστήμιο του Μπάρι αποκάλυψε για πρώτη φορά τα μυστικά οικονομικά στοιχεία των δύο κέντρων κράτησης αιτούντων άσυλο που δημιούργησε η Ιταλία στην αλβανική επικράτεια τον Οκτώβριο του 2024.
Τα νούμερα προκαλούν ίλιγγο: πάνω από 153.000 ευρώ για την εγκατάσταση μιας και μόνο κλίνης και 114.000 ευρώ την ημέρα για μόλις πέντε ημέρες λειτουργίας μέσα στο 2024 – όλα χρήματα των Ιταλών φορολογουμένων.
Οι σχετικές πληροφορίες για τα κέντρα στο Shëngjin και το Gjader – το δεύτερο λειτουργεί σήμερα ως κέντρο επαναπατρισμού – έχουν αναρτηθεί στην πλατφόρμα “Trattenuti”, όπου περιλαμβάνονται και τα οικονομικά στοιχεία από τα υπόλοιπα 12 κέντρα κράτησης που λειτουργούν εντός Ιταλίας. Η σύγκριση είναι αποκαλυπτική: το 2024, το κέντρο κράτησης αιτούντων άσυλο στο Porto Empedocle της Σικελίας κόστισε 1 εκατομμύριο ευρώ για τη δημιουργία 50 θέσεων, δηλαδή περίπου 21.000 ευρώ ανά θέση. Αντίθετα, στο Gjader δημιουργήθηκαν μέχρι τον Μάρτιο του 2025 400 θέσεις, με συμβάσεις – κυρίως μέσω απευθείας αναθέσεων – που έφτασαν τα 74,2 εκατομμύρια ευρώ. Το κόστος για κάθε λειτουργική θέση ξεπερνά τα 153.000 ευρώ.
Για να γίνει αντιληπτό το μέγεθος του εγχειρήματος, η έκθεση αναφέρει ότι το 2024, το κόστος ανά κρατούμενο ημερησίως στο Gjader ανήλθε στα 76,57 ευρώ, δηλαδή περισσότερο από διπλάσιο του εθνικού μέσου όρου, ακόμα και συγκριτικά μόνο με τα κέντρα στα σύνορα για αιτούντες άσυλο. Στο τμήμα του CPR (κέντρο επαναπατρισμού) που βρίσκεται εντός του πολυλειτουργικού συγκροτήματος, το κόστος φτάνει τα 108,04 ευρώ ημερησίως ανά άτομο, δηλαδή τριπλάσιο από τον εθνικό μέσο όρο.
Και όλα αυτά, σύμφωνα με τους ειδικούς, χωρίς κανένα ουσιαστικό αποτέλεσμα. Οι τρεις πρώτες μεταφορές αιτούντων άσυλο στο Gjader, μέχρι τον Ιανουάριο του 2025, οδήγησαν σε δικαστικές ακυρώσεις των εντολών κράτησης και οι άνθρωποι επέστρεψαν πίσω στην Ιταλία. Έτσι, η ιταλική κυβέρνηση άλλαξε χρήση του κέντρου και τον Απρίλιο 2025 ξεκίνησε τη μεταφορά αλλοδαπών που βρίσκονταν ήδη σε κράτηση σε άλλα CPR εντός Ιταλίας και ανέμεναν τον επαναπατρισμό τους.
Ωστόσο, όπως εξηγεί ο Φαμπρίτσιο Κορέζι από την ActionAid, «με 263 κενές θέσεις από τις 1.164 διαθέσιμες εντός Ιταλίας, η χρήση του Gjader για κράτηση ατόμων χωρίς χαρτιά από την Ιταλία είναι εντελώς παράλογη και αδικαιολόγητη».
Η σχέση κόστους-αποτελέσματος είναι εξωφρενική: το 2024, η Νομαρχία της Ρώμης πλήρωσε 570.000 ευρώ στην οργάνωση Medihospes, υπεύθυνη για τη διαχείριση των εγκαταστάσεων, για μόλις πέντε ημέρες λειτουργίας, κατά τις οποίες κρατήθηκαν μόνο 20 άτομα – όλα τα οποία αφέθηκαν ελεύθερα μέσα σε λίγες ώρες. Επιπλέον, πληρώθηκαν 528.000 ευρώ αποκλειστικά για τη διαμονή και σίτιση του αστυνομικού προσωπικού. Και δεν έχουν υπολογιστεί ακόμα τα κόστη μεταφοράς δια θαλάσσης.
Με αυτά τα δεδομένα, φαίνεται πως η Ρώμη εστιάζει λιγότερο στη λειτουργική αξία αυτών των κέντρων και περισσότερο στο γεωπολιτικό συμβολισμό της συμφωνίας με την Αλβανία – ως στρατηγικό μοντέλο για το μέλλον, και για την Ευρώπη. Στις Βρυξέλλες, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και αρκετά κράτη-μέλη παρακολουθούν με αυξανόμενο ενδιαφέρον το «πείραμα» που προώθησε προσωπικά η Τζόρτζια Μελόνι – το πρώτο παράδειγμα των «καινοτόμων λύσεων» που στηρίζει η Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν.
Παρότι η συμφωνία Ιταλίας–Αλβανίας κινείται στα όρια της ευρωπαϊκής νομιμότητας, αποτέλεσε πρόπλασμα για τις νέες προτάσεις της Κομισιόν, που ανοίγουν τον δρόμο για συμφωνίες με τρίτες χώρες και τη δημιουργία κέντρων επαναπατρισμού εκτός ΕΕ.
Ωστόσο, αυτές οι προτάσεις – καθώς και η τροποποίηση του ορισμού της «ασφαλούς τρίτης χώρας» – δεν έχουν ακόμα εγκριθεί από το Συμβούλιο και το Ευρωκοινοβούλιο και δεν έχουν θεσμική ισχύ. Μέχρι σήμερα, η Κομισιόν δικαιολογεί τη νομιμότητα της συμφωνίας με βάση το ότι η ιταλική δικαιοδοσία εφαρμόζεται εντός των δύο κέντρων στην Αλβανία.
Όμως, ο ευρωβουλευτής του Δημοκρατικού Κόμματος, Σάντρο Ρουοτόλο, διαφωνεί: «Η απάντηση της Επιτροπής είναι τυπικά ασαφής και ουσιαστικά αντιφατική».
Σύμφωνα με τον ίδιο, τα κέντρα στην Αλβανία αποτελούν «σύμβολο μιας αποτυχημένης πολιτικής σε όλα τα επίπεδα – ανθρωπιστικό, νομικό και οικονομικό». Μιλά για μια εθνική στρατηγική που υλοποιείται με τη σιωπηρή ανοχή των Βρυξελλών: «Έχει στηθεί μια γκρίζα ζώνη για λόγους πολιτικής σκοπιμότητας, στην οποία η Επιτροπή αποφεύγει να πάρει καθαρή θέση, ενώ η Ιταλία μεταφέρει την κράτηση μεταναστών σε τρίτη χώρα, χωρίς να λογοδοτεί για τα δικαιώματα των ανθρώπων που κρατούνται».