Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή στηρίζει τις πιέσεις της Ιταλίας και δηλώνει έτοιμη να επιταχύνει την εφαρμογή του νέου Συμφώνου για το Άσυλο και τη Μετανάστευση, καθώς και των νέων κανονισμών που αφορούν τις επιστροφές μεταναστών. Μετά την απόφαση του Δικαστηρίου της ΕΕ, που απέρριψε τη νομική ερμηνεία της Ρώμης σχετικά με τις διατάξεις του πρωτοκόλλου Ιταλίας–Αλβανίας, η Ευρώπη κινείται προς την κατεύθυνση ενίσχυσης της νομοθεσίας για το άσυλο και την ταχύτερη επιστροφή όσων δεν δικαιούνται διεθνούς προστασίας — ένα ζήτημα που δεν αφορά μόνο την κυβέρνηση της Τζόρτζια Μελόνι.
Όπως ανακοίνωσε εκπρόσωπος της Κομισιόν, «τον περασμένο Απρίλιο, η Επιτροπή είχε ήδη προτείνει την επίσπευση αυτών των διαδικασιών. Ενθαρρύνουμε το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο να προχωρήσουν όσο το δυνατόν πιο γρήγορα με την υιοθέτηση της πρότασης».
Η μεταρρύθμιση προβλέπει την υιοθέτηση, σε όλη την ΕΕ, επιταχυνόμενων διαδικασιών στα εξωτερικά σύνορα για τους αιτούντες άσυλο που προέρχονται από χώρες χαρακτηρισμένες ως «ασφαλείς». Περιλαμβάνει επίσης τη δυνατότητα (αλλά όχι την υποχρέωση) για τη δημιουργία ειδικών κέντρων υποδοχής στις συνοριακές περιοχές, αυστηρότερο ορισμό του τι συνιστά «ασφαλή χώρα» και τη θέσπιση κοινής ευρωπαϊκής λίστας τέτοιων χωρών — μια λίστα που σήμερα περιλαμβάνει μόνο επτά κράτη, μεταξύ αυτών την Αίγυπτο και το Μπαγκλαντές, τα οποία έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την Ιταλία. Κάθε κράτος-μέλος θα έχει τη δυνατότητα να προσθέσει και άλλα κράτη στη λίστα αυτή.
Αν εφαρμοστεί πριν από την προβλεπόμενη ημερομηνία έναρξης ισχύος του νέου πλαισίου, τον Ιούνιο του 2026, η μεταρρύθμιση αυτή αναμένεται να επιταχύνει την αξιολόγηση των αιτήσεων ασύλου και να διευκολύνει τις επιστροφές όσων δεν πληρούν τα κριτήρια διεθνούς προστασίας.
Για την ιταλική κυβέρνηση, αυτή η επιτάχυνση αποτελεί κρίσιμο εργαλείο για να ξεφύγει από το αδιέξοδο που έχει δημιουργηθεί με τις κλειστές δομές φιλοξενίας στην Αλβανία. Ωστόσο, παραμένουν σοβαρές νομικές αμφιβολίες σχετικά με το κατά πόσον μπορούν να εφαρμοστούν οι νέοι κανονισμοί στο πιλοτικό εγχείρημα του Gjader. Ο κύριος λόγος είναι ότι το νέο σύμφωνο προβλέπει ότι τα κέντρα για τις επιταχυνόμενες διαδικασίες πρέπει να βρίσκονται εντός της ευρωπαϊκής επικράτειας, κάτι που δεν ισχύει για την Αλβανία. Επιπλέον, οι νέες διατάξεις δεν λύνουν πλήρως το πρόβλημα του πώς ορίζεται μια «ασφαλής χώρα» — ένα ζήτημα για το οποίο ο Ιταλός ΥΠΕΞ Αντόνιο Ταγιάνι εξέφρασε ανοιχτά τις επιφυλάξεις του, δηλώνοντας χαρακτηριστικά:
«Πώς μπορεί ένας δικαστής να γνωρίζει αν μια χώρα είναι ασφαλής ή όχι; Αυτή είναι δουλειά που κάνουμε μέσω των πρεσβειών και των προξενείων μας, με επιμέλεια. Δεν μπορεί ένας δικαστής, σε μία μέρα, να αποφασίσει αν ένα κράτος είναι ασφαλές».
Η απάντηση σε αυτή την ένσταση βρίσκεται στο ίδιο το κείμενο της νέας ευρωπαϊκής ρύθμισης: οι πληροφορίες στις οποίες βασίζεται ο χαρακτηρισμός μιας χώρας ως ασφαλούς πρέπει να είναι προσβάσιμες τόσο στον αιτούντα άσυλο όσο και στους εθνικούς δικαστές. Αυτό σημαίνει ότι τόσο η ΕΕ, με την κοινή της λίστα, όσο και κάθε κράτος-μέλος που επιθυμεί να προσθέσει επιπλέον χώρες, οφείλουν να δημοσιοποιούν τις πηγές πληροφόρησης που θεμελιώνουν αυτή την εκτίμηση. Επιπλέον, αν υπάρχουν γεωγραφικές περιοχές ή κατηγορίες πληθυσμού που βρίσκονται σε κίνδυνο, αυτές πρέπει να προσδιορίζονται με σαφήνεια και να εξαιρούνται από τις επιταχυνόμενες διαδικασίες. Ο τελικός έλεγχος της ασφάλειας θα εξακολουθεί να ανήκει στους δικαστές.
Υπάρχουν επίσης διαφορές στην πρακτική εφαρμογή και στη χρονική διάρκεια αυτών των διαδικασιών σε σχέση με όσα προβλέπονται για τα κέντρα στην Αλβανία. Η κράτηση των μεταναστών θεωρείται «έσχατη λύση» και η συνολική διάρκεια της διαδικασίας φτάνει τους τρεις μήνες — πολύ περισσότερο από τις 28 ημέρες που προβλέπει η Ιταλία για την επιστροφή μεταναστών σε ασφαλείς χώρες.