Η αρχαία Αθήνα διέθετε το δικό της Μεγάλο Τείχος, αντίστοιχο με εκείνο της Κίνας. Τα τείχη αυτά ξεκινούσαν από το όρος Αιγάλεω και έφταναν μέχρι την Πάρνηθα, σχηματίζοντας ένα πέτρινο σύνολο μήκους περίπου 4,5 χιλιομέτρων, το οποίο κατασκευάστηκε στη διάρκεια του Πελοποννησιακού Πολέμου (431-404 π.Χ.) με σκοπό να αποτρέψει εχθρικές επιδρομές στην αθηναϊκή επικράτεια.
Το πέρασμα ανάμεσα στα δύο βουνά, γνωστό από τον Θουκυδίδη ως Κρωπεία, αποτελούσε το κύριο σημείο εισβολής των Πελοποννησίων προς την Αττική και την Αθήνα. Στον 19ο αιώνα, οι ντόπιοι το ονόμασαν Δέμα ή Δέσις, επειδή τα τείχη φαίνονταν να δένουν τα δύο βουνά μεταξύ τους. Η πέτρινη κατασκευή εκτεινόταν βορειοανατολικά του Ασπρόπυργου και έφτανε περίπου 2,5 χιλιόμετρα δυτικά των Άνω Λιοσίων, κλείνοντας το στενό πέρασμα.
Η στρατηγική σημασία των τειχών ήταν μεγάλη. Οδήγησαν στην προστασία της διαδρομής από τις Αχαρνές προς το Θριάσιο Πεδίο, σημείο από το οποίο το 431 π.Χ. οι Σπαρτιάτες υπό τον βασιλιά Αρχίδαμο εισέβαλαν στην Αττική. Τα τείχη χτίστηκαν με ακατέργαστους πολυγωνικούς λίθους, χωρίς χρήση συνδετικού υλικού, ενώ τα κενά ανάμεσά τους συμπληρώνονταν με μικρότερες πέτρες. Αντί να σχηματίζουν ένα συνεχές μέτωπο, αποτελούνταν από διαδοχικά, επικαλυπτόμενα τμήματα που δημιουργούσαν στενούς διαδρόμους και εισόδους, διευκολύνοντας την κίνηση στην επίπεδη κορυφή τους μέσω κεκλιμένων ραμπών. Το πάχος των τειχών κυμαινόταν από 1,5 έως 2,8 μέτρα.
Περίπου στο μέσο της διαδρομής διακρίνονται δύο πύλες: η μία προς την Οία και η άλλη προς το Θριάσιο Πεδίο. Ενδέχεται να υπήρχε και τρίτη πύλη. Σε απόσταση 225 μέτρων ανατολικά των κύριων τειχών έχει εντοπιστεί και ένα Οπίσθιο Τείχος, ένα χαμηλό φράγμα από αργιλόλιθο μήκους περίπου 120 μέτρων, το οποίο διατρέχει παράλληλα το κύριο σύνολο των τειχών. Η συνολική του έκταση φτάνει τα 200 μέτρα και είχε ως αποστολή να εμποδίζει την εχθρική κίνηση προς το πεδίο των Άνω Λιοσίων, ειδικά στο ανατολικό τμήμα που ήταν περισσότερο εκτεθειμένο.
Τα τείχη και το Οπίσθιο Τείχος φαίνεται να ανήκαν στο ίδιο αμυντικό σχέδιο. Το δεύτερο λειτουργούσε ως ενίσχυση του κύριου συστήματος στο πιο ευάλωτο σημείο του, όπου το έδαφος ήταν πιο επίπεδο και διευκόλυνε την εχθρική προσπέλαση.
Η ανακατασκευή των τειχών είναι δύσκολο να χρονολογηθεί με ακρίβεια λόγω έλλειψης στοιχείων, ωστόσο οι περισσότεροι αρχαιολόγοι τη συνδέουν με τον Βοιωτικό Πόλεμο (378-377 π.Χ.). Πιστεύεται ότι τότε τα τείχη ενισχύθηκαν για να χρησιμεύσουν ως προπύργιο για μία μεγάλη στρατιωτική δύναμη που θα υπερασπιζόταν την περιοχή, αποτελούμενη από οπλίτες, ιππείς και πελταστές.
Οι ιστορικοί επισημαίνουν ότι ο σκοπός των τειχών δεν ήταν να εμποδίσουν πλήρως την εχθρική προέλαση προς την Αθήνα, αλλά να την καθυστερήσουν. Έτσι, ο αθηναϊκός στρατός θα προλάβαινε να κινηθεί εναντίον των εισβολέων πριν εκείνοι πλησιάσουν την πόλη. Παράλληλα, τα τείχη εμπόδιζαν τη διάβαση μεγάλων στρατευμάτων σε πλήρη παράταξη, ευνοώντας ενέδρες και πλήγματα στις εχθρικές οπισθοφυλακές.