Η Ευρώπη θα δυσκολευόταν να συγκροτήσει ακόμη και 25.000 στρατιώτες για μια «προληπτική» αποστολή στην Ουκρανία, εξαιτίας της χρόνιας υποχρηματοδότησης και των ελλείψεων σε προσωπικό των ενόπλων δυνάμεών της, σύμφωνα με αποκαλύψεις που δημοσιεύει η βρετανική εφημερίδα The Times.
Η εφημερίδα εξασφάλισε πρόσβαση σε εσωτερικές συζητήσεις μεταξύ Ευρωπαίων υπουργών Άμυνας και αρχηγών στρατού, οι οποίοι εξετάζουν τη δημιουργία ενός «συνασπισμού πρόθυμων» για την υποστήριξη της Ουκρανίας.
Ο αρχηγός των Ενόπλων Δυνάμεων του Ηνωμένου Βασιλείου, ναύαρχος σερ Τόνι Ράντακιν, φέρεται να πρότεινε στους Ευρωπαίους ομολόγους του τη συγκρότηση μιας δύναμης 64.000 στρατιωτών, που θα μπορούσε να αναπτυχθεί στην Ουκρανία εάν επιτευχθεί ειρηνευτική συμφωνία. Η Βρετανία προτίθεται να προσφέρει έως και 10.000 στρατιώτες.
Ωστόσο, στις επόμενες συναντήσεις, Ευρωπαίοι υπουργοί Άμυνας χαρακτήρισαν ανέφικτο αυτό το σχέδιο, τονίζοντας ότι ακόμη και η συγκέντρωση 25.000 στρατιωτών θα ήταν εξαιρετικά δύσκολη.
Την περασμένη εβδομάδα, η The Times ανέφερε πως Βρετανία και Γαλλία εξετάζουν πλέον την αποστολή εκπαιδευτών στην δυτική Ουκρανία, αντί για τη συγκρότηση μιας πολυεθνικής χερσαίας δύναμης προστασίας μεγάλων πόλεων και κρίσιμων υποδομών, λόγω του υψηλού κινδύνου.
Πλέον, το επίκεντρο της ευρωπαϊκής στήριξης μετατοπίζεται στην ανοικοδόμηση και επανεξοπλισμό του ουκρανικού στρατού, με έμφαση στην αεροναυτική υποστήριξη.
Κατά τη διάρκεια συνάντησης στις 10 Απριλίου, οι υπουργοί Άμυνας εξέφρασαν σοβαρές επιφυλάξεις για την πρόταση της Βρετανίας. Όπως επισημάνθηκε, μια τέτοια δύναμη θα απαιτούσε συνολικά 256.000 στρατιώτες για δύο χρόνια, λόγω της ανάγκης συνεχών εναλλαγών προσωπικού.
Η Υπουργός Άμυνας της Λιθουανίας, Ντοβίλε Σακαλιένιε, δήλωσε χαρακτηριστικά: «Η Ρωσία διαθέτει 800.000 στρατιώτες. Αν δεν μπορούμε να φτάσουμε ούτε τις 64.000, δεν φαινόμαστε αδύναμοι — είμαστε αδύναμοι». Τα σχόλιά της περιγράφηκαν ως ιδιαίτερα ισχυρά και εμπνευσμένα.
Οι συζητήσεις ανέδειξαν τη μεγάλη εξάρτηση της Ευρώπης από τις ΗΠΑ όσον αφορά την αποτροπή έναντι της Ρωσίας. Σύμφωνα με πηγή, η ανάπτυξη ειδικών δυνάμεων θα ήταν πολιτικά πιο εφικτή, καθώς δεν θα απαιτούσε έγκριση από τα εθνικά κοινοβούλια.
Εσθονία και Φινλανδία εξέφρασαν ανησυχίες πως η αποστολή στρατευμάτων θα αποδυνάμωνε την προστασία των συνόρων τους, ενώ Πολωνία, Ισπανία και Ιταλία ξεκαθάρισαν ότι δεν πρόκειται να στείλουν στρατιώτες.
«Χωρίς τη συμμετοχή μεγάλων χωρών με πολυπληθυσμό, η πρωτοβουλία είναι καταδικασμένη να αποτύχει», τόνισε άλλη πηγή. Η Γαλλία φέρεται να προσφέρει αριθμό στρατιωτών παρόμοιο με αυτόν της Βρετανίας, δηλαδή 5.000 έως 10.000.
Άλλη πηγή προσέθεσε ότι και η Φινλανδία και η Γερμανία αντιτίθενται γενικά στην ανάπτυξη χερσαίων δυνάμεων, αν και το Βερολίνο δεν έχει αποκλείσει εντελώς το ενδεχόμενο.
«Αν αποκλείσουμε αυτές τις χώρες, από πού θα προκύψει ο στρατός; Οι υπόλοιποι είναι εκτός μάχης και εμείς θα μείνουμε εκτεθειμένοι», ανέφερε η ίδια πηγή.
Τέλος, σημειώθηκε ότι ο βρετανικός στρατός, που βρίσκεται σε διαδικασία συνεχούς συρρίκνωσης, αντιμετωπίζει σοβαρές ελλείψεις σε πυροβολικό και κρίσιμο υποστηρικτικό εξοπλισμό, όπως φορτηγά και μέσα εφοδιασμού — τον οποίο συνήθως προμηθεύεται από τις ΗΠΑ.
Οι επιφυλάξεις των Ευρωπαίων σχετικά με την αποστολή χερσαίων δυνάμεων έχουν οδηγήσει σε αλλαγή στρατηγικής: σε περίπτωση ειρηνευτικής συμφωνίας, η δύναμη που ενδέχεται να σταλεί θα περιοριστεί σε εκπαιδευτικά καθήκοντα μακριά από τη γραμμή του μετώπου, χωρίς αποστολή προστασίας κρίσιμων εγκαταστάσεων ή ουκρανικών μονάδων.
Εκπρόσωπος του βρετανικού Υπουργείου Άμυνας δήλωσε:
«Η επιχειρησιακή σχεδίαση στο πλαίσιο του «συνασπισμού των πρόθυμων» συνεχίζεται, με επιλογές ξηράς, θάλασσας και αέρος, καθώς και για την ανασυγκρότηση των ουκρανικών ενόπλων δυνάμεων. Παράλληλα, υποστηρίζουμε τις προσπάθειες ειρήνευσης και αυξάνουμε τη στρατιωτική μας βοήθεια προς την Ουκρανία απέναντι στην παράνομη εισβολή του Πούτιν».